Ερευνα της BCG, που διεξήχθη με την υποστήριξη της Google, καταδεικνύει για πρώτη φορά τη δυναμική της online οικονομίας, προτείνοντας ρεαλιστικές δράσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή της.

Επιμέλεια: Ισαβέλλα Ζαμπετάκη, zampetaki@boussias.com

Μελέτη της The Boston Consulting Group, που διεξήχθη με την υποστήριξη της Google, αναλύει για πρώτη φορά τη συνεισφορά του Διαδικτύου στο ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το Διαδίκτυο μπορεί να συνεισφέρει άλλα 2,9 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία, βάσει ρεαλιστικών δράσεων που προτείνει η μελέτη.

Ειδικότερα, η έρευνα «Παράγων Ίντερνετ: το Διαδίκτυο ως Μοχλός Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία» υπολογίζει πως το 2010 το Διαδίκτυο συνεισέφερε 2,7 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία, φτάνοντας το 1,2% του ΑΕΠ, ποσοστό χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ε.Ε. των 27, που ανέρχεται στα 3,8%. Τα μεγέθη αυτά φανερώνουν πως η Ελλάδα δεν έχει ενστερνιστεί το Διαδίκτυο στον βαθμό που αυτό έχει γίνει σε άλλες χώρες.

«Αυτό κρύβει μια τεράστια ευκαιρία», αναφέρει ο Στέφανος Λουκάκος, επικεφαλής της Google Ελλάδας, «το Διαδίκτυο μπορεί να προσφέρει πολλά στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα και να συμβάλει στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας – προωθώντας τις εξαγωγές και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων».

Εισάγουμε 2,6 ευρώ για κάθε 1 ευρώ εξαγωγών
Η μελέτη καταδεικνύει ότι η Ελλάδα εισάγει υπηρεσίες και αγαθά e-commerce αξίας 1,8 δισ. ευρώ, ενώ η αντίστοιχη αξία εξαγωγών ανέρχεται σε μόλις 0,7 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια για κάθε 1 ευρώ που εξάγουμε, εισάγουμε 2,6 ευρώ. Ο λόγος για αυτή τη διαφορά είναι κυρίως ότι το 57% των ερωτηθέντων καταναλωτών προτιμά να κάνει τις αγορές του από το εξωτερικό, καθώς δεν βρίσκει σε ελληνικά sites τα προϊόντα που αναζητά.

Ανασφαλείς ακόμα οι έλληνες καταναλωτές
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, παρά το γεγονός ότι η καταναλωτική δαπάνη αποτελεί τη βασική συνιστώσα της ελληνικής διαδικτυακής οικονομίας, οι Ελληνες προτιμούν να κάνουν τις αγορές τους σε «φυσικά» καταστήματα. Πιο συγκεκριμένα, η αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών για τα οποία έχει γίνει έρευνα μέσω του Διαδικτύου αλλά τελικά έχουν αγοραστεί με τον παραδοσιακό τρόπο (ROPO- Research Online Porchase Offline) ήταν περίπου 7,5 δισ. ευρώ.

Το στοιχείο αυτό όμως δείχνει ουσιαστικά την ευκαιρία ανάπτυξης της online οικονομίας, εάν αυτή μεταμορφωθεί σε ολοκληρωμένες  αγορές στο Διαδίκτυο, καθώς στο online περιβάλλον πολλαπλασιάζονται τα οφέλη για τον καταναλωτή, αυξάνεται ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων, ενώ επίσης ενισχύεται η εξωστρέφεια των επιχειρήσεων.


Το Διαδίκτυο ως απάντηση στην κρίση
Το Διαδίκτυο φαίνεται να αυξάνει τα κέρδη των εταιρειών, ακόμα και εν μέσω κρίσης. Οπως ανέφερε στην εισήγησή του ο Βασίλης Αντωνιάδης, Partner και Επικεφαλής της BCG Αθήνας, «οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που κάνουν εντατική χρήση του Διαδικτύου εμφανίζουν μεγαλύτερη αύξηση εσόδων και έχουν πρόσβαση σε πολύ ευρύτερη αγορά συγκριτικά με ομοειδείς εταιρείες, οι οποίες έχουν μικρότερη διαδικτυακή παρουσία. Μάλιστα, οι high-web ΜΜΕ, με ισχυρή παρουσία στο Διαδίκτυο, έχουν επηρεαστεί λιγότερο από την κρίση, με το 25% εξ αυτών να έχουν αυξήσει τα έσοδά τους τα τελευταία τρία χρόνια».

Online ευκαιρία 3 δισ. ευρώ για την ελληνική οικονομία

Σύμφωνα με την έρευνα, η συνεισφορά του Διαδικτύου στην οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί 6% ετησίως, φτάνοντας τα 3,6 δισ. ευρώ το 2015. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο Διονύσης Κολοκοτσάς, Υπεύθυνος Εταιρικής Πολιτικής και Επικοινωνίας της Google Ελλάδας, «εδώ υπάρχει μια τεράστια ευκαιρία, καθώς, με την άμεση εφαρμογή μιας σειράς συγκεκριμένων παρεμβάσεων, η συνεισφορά του Διαδικτύου στην ελληνική οικονομία μπορεί να διπλασιαστεί και να φτάσει το 2015 τα 6,5 δισ. ευρώ».

5 προτάσεις για ώθηση της οικονομίας
Η μελέτη καταλήγει σε συγκεκριμένες προτάσεις για την ώθηση της ελληνικής διαδικτυακής οικονομίας σε 5 βασικούς άξονες:
1. Ενθάρρυνση των ΜΜΕ να στραφούν στο Διαδίκτυο, με τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, αλλά και με την επιτάχυνση της εκταμίευσης των επιδοτήσεων ύψους 1,5 δισ. ευρώ (Ψηφιακή Σύγκλιση) στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ.
2. Βελτίωση των υποδομών, με την παροχή κινήτρων και τη διαμόρφωση πλαισίου ανάπτυξης της ευρυζωνικότητας μέσω νέων επενδύσεων, οι οποίες μπορούν να χρηματοδοτηθούν με πολλαπλούς τρόπους (π.χ. ΣΔΙΤ).
3. Εδραίωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στις διαδικτυακές αγορές με εκστρατείες ενημέρωσης από το Δημόσιο και τον Ιδιωτικό τομέα προς τους καταναλωτές.
4. Μεταφορά δραστηριοτήτων της δημόσιας διοίκησης στο Διαδίκτυο (e-government) με την υποχρεωτική χρήση online υπηρεσιών, πράγμα που μπορεί να δώσει ένα ισχυρό κίνητρο στις ΜΜΕ και τους πολίτες να ασχοληθούν περισσότερο με το Διαδίκτυο.
5. Επένδυση στην εκπαίδευση για τη χρήση ψηφιακών μέσων, την εξοικείωση με την τεχνολογία και την ανάπτυξη της γνώσης και της εμπιστοσύνης στα νέα μέσα.

Το Διαδίκτυο δεν θα λύσει όλα τα προβλήματα της Ελλάδας. Μπορεί όμως να λειτουργήσει σαν ένα ισχυρό εργαλείο για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα για τους νέους. Το Διαδίκτυο μπορεί πράγματι να γίνει μοχλός για την επιτάχυνση της ανάκαμψης της οικονομίας της χώρας.


Δυνητικά οφέλη για την εθνική οικονομία και τις επιχειρήσεις
Πολλαπλά τα οφέλη από την αξιοποίηση του Διαδικτύου για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, πέραν των επιδράσεων που έχει στο ΑΕΠ:
• ROPO περίπου 7,5 δισ. ευρώ το 2010, ποσό περίπου δεκαπλάσιο της συνολικής αξίας του ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ελλάδα.
• Η διαφήμιση μέσω Διαδικτύου αναπτύσσεται ταχύτατα, έχοντας φτάσει τα 73 εκατ. ευρώ το 2010 (με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 52% από το 2006) σε μία κατά τα άλλα συρρικνώμενη διαφημιστική αγορά.
• Οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο αυξάνουν την παραγωγικότητά τους λόγω χαμηλότερου κόστους συναλλαγών, επιτάχυνσης και απλούστευσης των διαδικασιών τους και βελτιωμένης ροής πληροφοριών. Σύμφωνα με έρευνα της BCG σε ΜΜΕ, τo 73% των ελληνικών ΜΜΕ που χρησιμοποιούν  το Διαδίκτυο για προώθηση προϊόντων και για πωλήσεις, έχει διαπιστώσει αύξηση παραγωγικότητας εξαιτίας του Διαδικτύου.

Τα οφέλη για τους καταναλωτές, τις επιχειρήσεις και τη δημόσια διοίκηση είναι ξεκάθαρα. Η μείωση των εξόδων για εταιρείες και καταναλωτές επικεντρώνεται γύρω από τους παρακάτω άξονες:
• Γεωγραφική επέκταση σε νέες αγορές χωρίς να απαιτείται φυσική παρουσία: Βάσει έρευνας της BCG σε Ελληνικές ΜΜΕ, το 92% των εταιρειών που έχουν έντονη παρουσία στο Διαδίκτυο και το χρησιμοποιούν για να πωλούν και να διαφημίζονται (εταιρείες «high-web”) ισχυρίζονται πως το Διαδίκτυο τις βοήθησε να αυξήσουν το γεωγραφικό εύρος τους, ενώ το 42% εξάγει διεθνώς.
• Φθηνότερα και απλούστερα προϊόντα για τους καταναλωτές για παράδειγμα η άμεση πώληση online ασφαλιστικών προϊόντων έχει οδηγήσει σε καινούργια, απλούστερα και φθηνότερα προϊόντα.
• Καλύτερη συνεργασία μεταξύ πελατών και συνεργατών.
• Κερδοφόρες πωλήσεις προϊόντων – ειδικά εκείνων που απευθύνονται σε μια μικρή ομάδα καταναλωτών.
• Βελτιωμένη αυτοματοποίηση και ανταλλαγή πληροφοριών σε όλο το μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας με σκοπό την αύξηση της αποτελεσματικότητας και της παραγωγικότητας.

Η διαδικτυακή οικονομία σε αριθμούς
1,2% Συνεισφορά της διαδικτυακής οικονομίας στην Ελλάδα. Η μελέτη εκτιμά πως το 2010, η διαδικτυακή οικονομία στην Ελλάδα συνεισέφερε 2,7 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία, φτάνοντας το 1,2% του ΑΕΠ, ποσοστό χαμηλότερο του 4,1% που είναι ο μέσος όρος των χωρών G20, και χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ των 27, που ανέρχεται στα 3,8%.

2,3 δισ.  Καταναλωτική δαπάνη. H καταναλωτική δαπάνη είναι η βασική συνιστώσα της ελληνικής διαδικτυακής οικονομίας, συμβάλλοντας 2,3 δισ. ευρώ στο ελληνικό ΑΕΠ.

Οι καταναλωτές ξόδεψαν 1,1 δισ. ευρώ για πρόσβαση στο Διαδίκτυο.

0,7 δισ. Ηλεκτρονικό εμπόριο. Στο ηλεκτρονικό εμπόριο αντιστοιχούν 0,7 δισ. ευρώ της καταναλωτικής δαπάνης κυρίως λόγω των ηλεκτρονικών κρατήσεων και αγορών που σχετίζονται με τον τουρισμό (περίπου 300 εκατ. ευρώ), καθώς και των αγορών ηλεκτρονικών ειδών μέσω Διαδικτύου (περίπου 270 εκατ. ευρώ).

1 δισ.  Ιδιωτικές vs Δημόσιες online επενδύσεις. Οι ιδιωτικές επενδύσεις στο Διαδίκτυο ανήλθαν σε 1 δισ. ευρώ το 2010, κυρίως με τη μορφή επενδύσεων σε δίκτυα από τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών, ενώ η δημόσια δαπάνη ανήλθε στα 500 εκατ. ευρώ για υποδομές, ηλεκτρονική διακυβέρνηση και εκπαίδευση.