Ο Δημήτρης Αρτεμίου, Διευθυντής Πληροφορικής της Ελευθεροτυπίας, αναλύει το κόστος και τα οφέλη του virtualization και των thin clients.

Οι άνθρωποι του χώρου της Πληροφορικής έχουμε πια συνηθίσει στην ιδέα ότι στο επάγγελμά μας οι εξελίξεις είναι συνεχείς και ραγδαίες. Από τις σημαντικότερες αλλαγές των τελευταίων ετών είναι οι έννοιες και οι τεχνολογίες που σχετίζονται με το virtualization. Ξεκινήσαμε με τους virtual servers, μάθαμε για virtual εφαρμογές, για virtual δίκτυα, για virtual storage, για virtual data centers και ακούμε όλο και περισσότερο για virtual desktops και, γενικότερα, για virtual clients. Οι τεχνολογίες αυτές σήμερα έχουν φτάσει σε εξαιρετικά επίπεδα ωριμότητας και αξιοπιστίας, έτσι ώστε πλέον τείνει να γίνει πράξη η «απεξάρτηση» του software από το hardware. Πλέον, σχεδόν οποιοδήποτε λειτουργικό σύστημα «τρέχει» σε οποιαδήποτε πλατφόρμα και ένας φυσικός υπολογιστής μπορεί να φιλοξενήσει πολλαπλά εικονικά, διαφορετικά μεταξύ τους υπολογιστικά συστήματα.

Λόγω της εντυπωσιακής αυτής εξέλιξης, υπάρχουν πλέον ολοένα και περισσότερες λύσεις που βασίζονται στη χρήση των λεγόμενων thin clients, με απώτερο στόχο – τι άλλο; – τη μείωση του κόστους. Πώς όμως επιτυγχάνεται αυτό; Η απάντηση είναι με πολλούς, είτε έμμεσους είτε άμεσους, τρόπους. Η προφανής και εύκολα μετρήσιμη οικονομία προκύπτει από το μειωμένο κόστος κτήσης των σταθμών εργασίας που έχουν σχεδιαστεί για thin client computing.  Συνήθως, πρόκειται για έξυπνα τερματικά με ελάχιστη υπολογιστική ισχύ χωρίς σκληρό δίσκο -άρα με χαμηλό κόστος κατασκευής, χαμηλή κατανάλωση, και συνήθως μικρό όγκο, προσφέρουν δηλαδή και οικονομία χώρου. Σε πολλές περιπτώσεις, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και προσωπικοί υπολογιστές περασμένης τεχνολογίας, αυξάνοντας έτσι το χρόνο ζωής τους.

Φυσικά, την υπολογιστική ισχύ πού «λείπει» από το σταθμό εργασίας, κάποιος πρέπει να την παρέχει. Ετσι θα πρέπει να γίνει μία επένδυση στο μηχανογραφικό κέντρο, σε μία υποδομή που θα επιτρέπει τη χρήση thin clients. Το πόσο πολύπλοκη και ακριβή μπορεί να είναι αυτή η υποδομή, εξαρτάται από της ανάγκες της κάθε επιχείρησης και, φυσικά, από την ίδια την αρχιτεκτονική της λύσης που θα επιλεχθεί. Υπάρχουν πχ. λύσεις που βασίζονται σε προσομοίωση εφαρμογών που εκτελούνται κεντρικά, εμφανίζονται όμως στον σταθμό εργασίας σαν να τρέχουν τοπικά.

Σε αυτή την περίπτωση, η λύση είναι υβριδική αφού στο σταθμό εργασίας συνυπάρχουν τοπικές και απομακρυσμένες εφαρμογές. Οσο πιο λίγες εφαρμογές τρέχουν τοπικά, τόσο πιο «thin» είναι ο client. Στην πιο απλή περίπτωση, ο client τρέχει μια light έκδοση κάποιου λειτουργικού συστήματος, που μπορεί να είναι και open source για λόγους κόστους, ενώ οι εφαρμογές που χρησιμοποιεί είναι δυνατόν να τρέχουν ακόμα και σε διαφορετικά λειτουργικά συστήματα σε κάποια φάρμα από servers στο data center. Μια άλλη αρχιτεκτονική είναι τα λεγόμενα Hosted Virtual Desktops. Εδώ, ολόκληρο το περιβάλλον εργασίας του χρήστη είναι αποθηκευμένο και λειτουργεί κεντρικά, είτε σε κάποιο virtual PC μέσα σε κάποιο server, είτε σε κάποιο dedicated «blade» PC.

Το «τίμημα» των thin clients
Με βάση τα παραπάνω, υπάρχει τελικά οικονομικό όφελος σε μια λύση thin client, ή οι επενδύσεις που πρέπει να γίνουν στο data center ισορροπούν το χαμηλότερο κόστος κτήσης και χρήσης των σταθμών εργασίας; Η απάντηση δεν είναι προφανής, γιατί δεν είναι και απ’ ευθείας μετρήσιμα όλα τα οφέλη μιας τέτοιας κεντροποιημένης αρχιτεκτονικής. Αν όμως συνυπολογιστούν όλες οι παράμετροι, όπως η βελτιστοποίηση της διαχείρισης των σταθμών εργασίας με χρήση λιγότερων ανθρώπινων πόρων, η άμεση κεντρική εγκατάσταση εφαρμογών με αυξημένα επίπεδα ασφάλειας, η καλύτερη εκμετάλλευση των υπολογιστικών και αποθηκευτικών πόρων του data center, η απλοποίηση λύσεων disaster recovery, η εξοικονόμηση ενέργειας, η αύξηση της ευελιξίας και της παραγωγικότητας, η πλάστιγγα γέρνει σαφώς υπέρ της υλοποίησης τέτοιων λύσεων.

Σχετικά με τα είδη των επιχειρήσεων στις οποίες απευθύνονται τέτοιες λύσεις, είναι σίγουρο ότι σε κάθε επιχείρηση με σχετικά μεγάλο αριθμό σταθμών εργασίας θα υπάρχει πάντα ένα ικανό ποσοστό χρηστών οι ανάγκες των οποίων υπερκαλύπτονται από κάποιο thin client τερματικό. Και είναι επίσης σαφές ότι τέτοιες λύσεις δεν ενδείκνυνται για χρήστες με ανάγκες όπως η επεξεργασία γραφικών και πολυμέσων. Συνεπώς, κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, αλλά σίγουρα αξίζει να διερευνηθεί γιατί, κατά πάσα πιθανότητα, τα οφέλη μιας σωστής υλοποίησης είναι ιδιαίτερα σημαντικά.