Το «σύννεφο» δεν είναι μία απλή τάση, αλλά μια πραγματικότητα, καθώς όλο και περισσότερες επιχειρήσεις έχουν μεταβεί ή αναλύουν τα δεδομένα για τη μετάβασή τους σε αυτό (δημόσιο ή ιδιωτικό).

Ο όρος cloud computing έγινε ευρύτερα γνωστός το 2006 με την εμπορική διάθεση υπολογιστικής δύναμης από μία από τις κορυφαίες εταιρείες e-commerce στο διαδίκτυο, την Amazon, αλλά δεν ήταν άγνωστος στον κόσμο του ΙΤ. Από τις αρχές του 21ου αιώνα εταιρείες όπως η salesforce.com και αργότερα η Google, με εφαρμογές γνωστές σήμερα ως Software as a Service (SaaS), διέθεταν λογισμικά ως υπηρεσία μέσω του διαδικτύου.
Η τάση αυτή συνεχίστηκε και φυσικά εξελίχθηκε μέχρι τις μέρες μας.

Μόνο τα τελευταία χρόνια, ο αριθμός των παρόχων που προσφέρουν υπηρεσίες public cloud (δηλ. υπηρεσίες που στηρίζονται σε υποδομές εξωτερικών data centers) έχουν τριπλασιαστεί σε όλο το εύρος των υπηρεσιών, είτε είναι Platform as a Service (PaaS) είτε είναι Infrastructure as a Service (IaaS). Η έννοια «cloud» εξ’ ορισμού προϋποθέτει δύο ουσιαστικές παραμέτρους για να έχει πρακτική εφαρμογή και υπόσταση. Την ύπαρξη data centers που φιλοξενούν τις υποδομές ΙΤ και τα συστήματα που μισθώνονται στους χρήστες-επιχειρήσεις, και την ύπαρξη της διαδικτυακής σύνδεσης μεταξύ των χρηστών-επιχειρήσεων και των υποδομών αυτών, ώστε να καταστεί δυνατή η χρήση τους.

Η πρόσβαση στις υποδομές διαδικτύου με κάθε τεχνικό πρωτόκολλο και επίπεδο ασφαλείας (το γνωστό Internet) ελέγχεται και παρέχεται παγκοσμίως από τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους. Από αυτούς, λοιπόν, εξαρτάται η 2η εξίσου θεμελιώδης παράμετρος ύπαρξης του cloud. Η διαδικτυακή πρόσβαση στις υποδομές cloud. Το γεγονός αυτό δίνει ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους που έχουν ιδιόκτητα data centers, καθώς μπορούν να προσφέρουν και κυρίως να διασφαλίσουν την παροχή υπηρεσιών cloud από άκρη σε άκρη.

Σε αντίθεση με αυτόνομα data centers που προσφέρουν cloud υπηρεσίες, αλλά δεν ελέγχουν τη διαδικτυακή σύνδεση μεταξύ των χρηστών και των cloud υποδομών τους, απλά την υπενοικιάζουν από τηλεπικοινωνιακούς παρόχους και σε πολλές περιπτώσεις την περιορίζουν με ογκοχρέωση, για να ελέγξουν το κόστος της ή την μεταπωλούν ακριβά. Έτσι, οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι με ιδιόκτητα data centers μπορούν να προσφέρουν στους πελάτες τους θεωρητικά απεριόριστη πρόσβαση στις υποδομές που τους μισθώνουν.

Ταυτόχρονα, αυτοί οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν ενιαίο συμβόλαιο επιπέδου παροχής υπηρεσιών, το λεγόμενο end to end SLA (Service Level Agreement), διότι έχουν και την τεχνογνωσία και το εξειδικευμένο προσωπικό να υποστηρίξουν πλήρως και να διασφαλίσουν, τόσο τη διαδικτυακή πρόσβαση στις cloud υποδομές, όσο και τις ίδιες τις υποδομές και τις υπηρεσίες που προσφέρονται πάνω στις υποδομές αυτές. Είναι εξαιρετικά σημαντικό για τις επιχειρήσεις που μεταβιβάζουν στο cloud λειτουργικές υποδομές τους να επικοινωνούν με μία μόνο εταιρεία για κάθε υπόθεση που αφορά την υπηρεσία τους και για κάθε κομμάτι αυτής (διασύνδεση, υποδομές, συστήματα, εφαρμογές, κλπ).

Η δυνατότητα παροχής των υπηρεσιών cloud end to end από τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους ενισχύει τη θέση τους και εμπορικά, καθώς μπορούν να προσφέρουν μια ευρεία γκάμα «συνδυαζόμενων» (bundled) υπηρεσιών διασύνδεσης και χρήσης υποδομών ΙΤ και συστημάτων κάτω από την ομπρέλα «cloud», δημιουργώντας σημαντικές οικονομίες κλίμακας για τις επιχειρήσεις-πελάτες τους. Τέλος, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι οι δυνατότητες και οι λύσεις που προσφέρονται στις επιχειρήσεις κάθε μεγέθους για μετάβαση των υποδομών ΙΤ τους στο “σύννεφο” είναι πλέον πολυάριθμες, όμως στην πράξη απαιτούν πολύ προσεκτική προσέγγιση.

Η απόφαση για μετάβαση των υποδομών IT (όλων ή μέρους) στο cloud πρέπει απαραίτητα να γίνεται βάσει μιας εμπεριστατωμένης μελέτης, καθώς πρόκειται για απολύτως στρατηγική απόφαση και το κυριότερο, δεν υπάρχει η «μία λύση για όλους» που να εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση, ενώ το «undo», σε περίπτωση λάθους εκτίμησης, δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση.