H εκρηκτική ανάπτυξη των δεδομένων και των υποδομών IT και η ανάγκη ταχύτερης ανάκτησης των δεδομένων δημιουργούν συνεχείς προκλήσεις για το backup, με τις εταιρείες να αναζητούν τρόπους ώστε να το υλοποιούν οικονομικότερα και αποτελεσματικότερα.

Πηγή: ΙDC, Απόδοση: Γιώργος Φετοκάκης, gfetokakis@boussias.com

Τα θέματα που ταλανίζουν το backup είναι γνωστά εδώ και καιρό: Αντιμετώπιση αστοχιών, βελτιστοποίηση επιδόσεων, διαχείριση των media και επιβάρυνση της υποδομής από τη διεξαγωγή των προγραμματισμένων backups. Αν και το virtualization έχει βοηθήσει σημαντικά στην αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων, αρκετές εταιρείες σήμερα εκδηλώνουν αδυναμία ώστε να υποστηρίξουν εσωτερικά το backup. Αυτό τις ωθεί να εξετάσουν όλο και πιο συχνά τη δυνατότητα outsourcing των backups τους, αναθέτοντας αυτό το έργο, όποτε έχει νόημα, σε service providers, αντικαθιστώντας το παραδοσιακό μοντέλο του capex, με ένα opex μοντέλο κόστους.

Backup as a service και online backup
Αν και υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσά τους, δεν πρέπει κανείς να συγχέει το Backup as a service με το online backup. Το Backup as a service προσφέρει ένα σετ από δυνατότητες που δεν υπάρχουν στις γηγενείς υπηρεσίες SaaS (Software-as-a-Service) και public cloud, όπως:

  • Μια συμβουλευτική προσέγγιση για τον προσδιορισμό των αναγκών των πελατών και μιας ιδανικής λύσης.
  • Customized συμβάσεις υπηρεσιών και προϊόντα βασισμένα στις απαιτήσεις των πελατών και στα SLAs.
  • Παροχή managed services – όπως ρύθμισης και ενσωμάτωσης, παρακολούθησης και αναφοράς, παροχής βοήθειας στη λήψη του πρώτου backup ή ενός πλήρους recovery κ.λπ.

Γενικά, υπάρχουν τρείς θεμελιώδεις προσεγγίσεις τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς για να εκμεταλλευτεί αποτελεσματικά το Backup as a service.

Public Cloud Backup
Το Public cloud backup σημαίνει ότι τα “on-premise” δεδομένα του πελάτη αντιγράφονται και αποστέλλονται μέσω ενός dedicated ή κοινόχρηστου (Internet) δικτύου στο data center του service provider – αυτό σημαίνει ότι όλη η υποδομή backup φιλοξενείται και διαχειρίζεται από τον service provider. Τα μηνιαία κόστη για την υπηρεσία backup μπορεί να βασίζονται στη χωρητικότητα, στο bandwidth, στον αριθμό clients κ.λπ. Οι υπηρεσίες public cloud backup είναι πανταχού παρούσες, καθώς υλοποιούνται μέσα από μια multitenacy αρχιτεκτονική. Mε το public cloud backup η εξοικονόμηση χρημάτων μπορεί να είναι ελκυστική, αν και οι τιμές και οι διαθέσιμες επιλογές ποικίλουν.

Οι πελάτες χρειάζεται να κατανοήσουν τι περιλαμβάνεται στη τιμή που πακέτου που επιλέγουν. Στις παραμέτρους που πρέπει να εξεταστούν περιλαμβάνεται, για παράδειγμα, ο αριθμός των χρηστών, ο όγκος των διακινούμενων δεδομένων, οι ανάγκες που υπάρχουν για τους χρόνους ανάκτησης και η ανάλυση της χωρητικότητας του δικτύου, ώστε να επιλεγεί εκείνο το μοντέλο cloud που θα λειτουργήσει καλύτερα. Οι εταιρείες που εξετάζουν την υλοποίηση ενός public cloud backup θα πρέπει να εκτελέσουν μια επιπλέον ανάλυση της συνδεσιμότητας WAN κα του bandwidth.

Private Cloud Backup
Βασικά, το private cloud backup προσφέρει τις ίδιες λειτουργίες με το public cloud backup. Η ουσιαστική διαφορά, ωστόσο, είναι ότι το private cloud backup σχετίζεται με μία μόνο εταιρεία. Ενα private cloud μπορεί να ενσωματωθεί και να υποστηριχθεί είτε εσωτερικά (με τον παραδοσιακό τρόπο) είτε εξωτερικά. Επιπρόσθετα, ένα private cloud μπορεί να τρέξει εσωτερικά στο data center της εταιρείας ή να φιλοξενηθεί εξωτερικά στο datacenter του service provider. Εχοντας ένα dedicated private cloud, ανεξάρτητα από το αν αυτό το διαχειρίζεται ένας service provider ή όχι, σημαίνει ότι οι υπηρεσίες backup μπορεί να είναι διαθέσιμες σε διαφορετικά τμήματα και ομάδες μέσα στην ίδια εταιρεία, μέσα από μια κοινή και αφιερωμένη υποδομή backup.

Αυτό θυμίζει το παραδοσιακό backup στο data center (στις υποδομές και στη λειτουργία), ωστόσο η διαφορά εντοπίζεται στο τυποποιημένο σετ λειτουργιών backup που προσφέρεται από παντού – και όχι μέσα από εξειδικευμένες λύσεις backup που έχουν αναπτυχθεί ειδικά για το κάθε τμήμα, ομάδα και εφαρμογή ξεχωριστά. Ετσι, μια υπηρεσία private cloud backup προσφέρει μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας σε σχέση με το παραδοσιακό on-premise backup, εξαιτίας της διαμοιρασμένης και τυποποιημένης υποδομής που χρησιμοποιεί. Επιπλέον, σε αντίθεση με το public cloud backup, το private cloud backup επιτρέπει στους πελάτες να έχουν τον έλεγχο των backups, των δεδομένων και της υποδομής τους.

Ενώ τα εσωτερικά λειτουργικά και εργατικά κόστη μπορεί να μειώνονται λόγω της προτυποποίησης που χαρακτηρίζει το private cloud, τα κεφαλαιακά κόστη και απόσβεσης συνεχίζει να τα επωμίζεται η ίδια η εταιρεία. Μια εναλλακτική λύση, την οποία οι εταιρείες θα πρέπει να λάβουν υπόψη για να μειώσουν περαιτέρω τις κεφαλαιακές δαπάνες τους, είναι να εμπλακεί μια τρίτη εταιρεία παροχής υπηρεσιών, η οποία θα διαχειριστεί και/ή θα φιλοξενεί το private cloud, είτε εικονικά είτε φυσικά. Ενα εξωτερικό private cloud που θα το διαχειρίζεται ένας τρίτος service provider μπορεί να αποφορτίσει πλήρως το εσωτερικό IT από τις αρμοδιότητες και τη διαχείριση του backup.

Ωστόσο, όπως γίνεται στο public cloud backup, οι λύσεις του private cloud απαιτούν από τις εταιρείες να επιλέξουν τους σωστούς παρόχους, με βάση τις υπηρεσίες που προσφέρουν, τα SLAs (διαθεσιμότητα, αξιοπιστία, επιδόσεις, λόγους επιτυχούς backup και ανάκτησης), τους όρους της σύμβασης κ.λπ. Οταν επιλεγεί ένα μοντέλο εξωτερικού private cloud, το κόστος του backup μεταβάλλεται από capex σε opex, ενώ τα assets και οι πόροι της εταιρείας παραμένουν onsite και κάτω από τον εσωτερικό έλεγχο. Ο όρος “hybrid cloud services” χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ενοποιημένη διαχείριση/συντονισμό πολλαπλών υπηρεσιών cloud, αποτελώντας ένα «πάντρεμα» των λύσεων public και private cloud backups. Υπό αυτό το πρίσμα, κάποια από τα assets της εταιρείας διατηρούνται σε ιδιωτικό χώρο και ελέγχονται από την ίδια την εταιρεία και κάποια άλλα ελέγχονται ή διαχειρίζονται από τον service provider.


Τα βασικά μοντέλα
Γενικά, υπάρχουν τρία βασικά μοντέλα για την ανάπτυξη μιας λύσης Backup as a service: hosted backup services, replicated backup services και remote backup services.

Hosted backup services. Μια εταιρεία καταφεύγει σε αυτό το μοντέλο όταν δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη για τα backups. Επιπλέον, υπάρχει το πρόσθετο οικονομικό πλεονέκτημα που προκύπτει από τη χρήση μιας shared υποδομής backup και τη μετατόπιση από ένα capex σε ένα opex μοντέλο.

Replicated backup services. Οι εταιρείες ψάχνουν όλο και πιο συχνά για περισσότερο αποδοτικούς (όσον αφορά το κόστος), ασφαλείς και αποτελεσματικούς τρόπους για να εξασφαλίσουν ότι τα remote backups που δημιουργούνται είναι ασφαλή και βιώσιμα. Σε πολλές εταιρείες, το ήμισυ της backup υποδομής τους υποστηρίζει τα τοπικά backups και το άλλο μισό υποστηρίζει τα replicated backups από ένα δευτερεύον data center (στην ουσία πρόκειται για ένα data center που παίρνει backups από άλλα data centers). Αυτό μπορεί να αποτελέσει μια ιδιαίτερα δαπανηρή επιλογή. Με τη συνένωση των data centers και την εκρηκτική ανάπτυξη των υπηρεσιών cloud, οι εταιρείες μπορούν, πλέον, να στραφούν σε cloud service providers, ώστε να αποκτήσουν υπηρεσίες replicated backup για disaster recovery με έναν πολύ πιο αποτελεσματικό τρόπο. Με αυτό το είδος υπηρεσιών, οι πελάτες μπορούν να εκτελέσουν με επιτυχία τα backups των υποδομών τους, χωρίς να χρειάζεται να διαχειρίζονται, να συντηρούν ή να αναλαμβάνουν τα έξοδα ενός remote site για σκοπούς disaster recovery. Σε αυτό το πλαίσιο έχουν αρχίσει διάφοροι service providers να παρέχουν υπηρεσίες Recovery as a service.

Remote backup services. Σε αυτό το μοντέλο καταφεύγουν εταιρείες που ενδιαφέρονται για υπηρεσίες public cloud backup, επιδιώκοντας να αποκτήσουν τα οικονομικά οφέλη και πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την «εκφόρτωση» του ΙΤ σε τρίτους, όπως και από τη συνένωση των υπαρχόντων υποδομών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι service providers συχνά προσφέρουν dedicated δικτυακές συνδέσεις για να βοηθήσουν τους πελάτες τους να διεξάγουν απευθείας backups από το WAN στο backup περιβάλλον που τους έχει χορηγηθεί.

Ωστόσο, οι περιορισμοί που δημιουργούνται από τον όγκο των δεδομένων και το bandwidth του δικτύου αποτελούν εμπόδια για όσες εταιρείες θελήσουν να βασιστούν αποκλειστικά στο remote backup. Οι υβριδικές διαμορφώσεις, όπου μια τοπική συσκευή ή ένα cloud gateway αναλαμβάνει το ρόλο του backup στόχου και της θέσης ανάκτησης, μπορούν να βοηθήσουν. Σε αυτή την περίπτωση τα backups στέλνονται στη θέση που έχει καθορίσει ο service provider χρησιμοποιώντας ασύγχρονο replication, ενώ η χρήση αποτελεσματικών τεχνολογιών, όπως η συμπίεση και το deduplication, μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον όγκο των δεδομένων που αναμεταδίδονται μέσω του WAN.

Επιλέγοντας σωστά
Οι εταιρείες που αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν μια λύση Backup as a service χρειάζεται να αξιολογήσουν προσεκτικά τόσο τον πάροχο της λύσης, όσο και τους όρους του συμβολαίου που θα υπογράψουν μαζί του. H IDC συστήνει σε αυτή τη διαδικασία αξιολόγησης να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθοι παράγοντες

  • Seeding. Για να μειωθεί ο χρόνος που απαιτείται για τη λήψη ενός backup στο cloud, υπάρχει δυνατότητα ο πάροχος της υπηρεσίας να προσφέρει μια επιλογή seeding, στην οποία μια συσκευή backup στέλνεται στους πελάτες. Κατόπιν, λαμβάνεται το backup τοπικά και στη συνέχεια αποστέλλεται η συσκευή στον πάροχο. Ακολούθως τα δεδομένα του πελάτη αντιγράφονται στους servers του παρόχου, στη μορφή ενός αρχικού backup. Με αυτή τη διαδικασία, οι servers καλούνται να πάρουν backup μόνο εκείνα τα δεδομένα που άλλαξαν μετά τη λήψη του αρχικού backup. Αυτό που πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του σε μια τέτοια περίπτωση είναι το πώς θα γίνει το αρχικό backup, αλλά και αν αυτό περιλαμβάνεται στη συμφωνία ή εμπεριέχει κάποιο έξτρα κόστος.
  • Πλήρης ανάκτηση. Στην περίπτωση που προκύψει κάποιο καταστροφικό συμβάν, μπορεί ο πάροχος να στείλει τη συσκευή backup στην εταιρεία για να γίνει τοπικά μια πλήρης ανάκτηση, αντί να επιχειρηθεί μια πλήρης ανάκτηση μέσω του δικτύου;
  • Διασυνοριακή συμμόρφωση. O service provider μπορεί να διαβεβαιώσει τους πελάτες του ότι τηρούνται οι κανονιστικές διατάξεις για τη φύλαξη και προστασία των δεδομένων τοπικά; Οι εθνικοί νόμοι είναι διαφορετικοί από τους διεθνείς και αν ναι, πώς διαχειρίζεται ο provider αυτή την κατάσταση;
  • Mετρούμενη χρέωση. Μπορεί ο service provider να υποστηρίξει πλήρως αυτοματοποιημένες λειτουργίες μετρούμενης χρέωσης, τις οποίες και θα ενσωματώνει στο λογιστικό του σύστημα, για να διεξάγει τιμολογήσεις ανάλογα με τη χρήση;
  • Aναφορά backup. Τι είδους αναφορές backup μπορούν να γίνουν και πόσο λεπτομερείς είναι; Αυτές οι αναφορές περιλαμβάνουν δεδομένα για backups που ποτέ δεν ξεκίνησαν, για backups που απέτυχαν και για τα ολοκληρωμένα backups; Ο πάροχος ενημερώνει τον πελάτη του για τα αποτυχημένα backups;
  • Διαχωρισμός. Μπορεί ο service provider να διαχωρίσει δεδομένα και συστήματα με βάση για παράδειγμα, διαφορετικά προνόμια και ρόλους;
  • Dedicated. Κάποιες εταιρείες δεν αισθάνονται άνετα όταν τα δεδομένα τους αναμιγνύονται στην ίδια υποδομή με τα δεδομένα άλλων εταιρειών. Ισως να έχουν ορίσει ένα backup window ή τέτοιες απαιτήσεις που να χρειάζονται μια αποκλειστική υποδομή. Μπορεί ο service provider να το υποστηρίξει αυτό;
  • Bandwidth. Προσφέρει ο service provider ένα dedicated bandwidth για τον πελάτη του σε ταχύτητες LAN κατά τη λήψη ενός backup;
  • SLAs. Ποια είναι τα στάνταρ SLAs του service provider; Ενσωματώνονται αυτά στα συμβόλαια αυτόματα ή χρεώνονται εξτρά; Ποιες είναι οι προβλεπόμενες ρήτρες στην περίπτωση που ο service provider παραβιάσει τα SLAs; Με ποιο τρόπο παρακολουθούνται και μετριούνται τα SLAs;
  • Ευθύνη Restore. Ποιος είναι υπεύθυνος για τα restores; Χρησιμοποιείται ένα αυτοματοποιημένο σύστημα restore ή χρειάζεται να κάνει ο service provider το restore; Στη δεύτερη περίπτωση δίνονται τα εχέγγυα στον πελάτη για μια ανάκτηση 24×7;
  • Εγγυήσεις προστασίας δεδομένων. Μπορεί ο service provider να προσφέρει ένα SLA που να εγγυάται την προστασία των δεδομένων;
  • Προσόντα προσωπικού. Ο service provider διαθέτει εκπαιδευμένο προσωπικό για την αντιμετώπιση προβλημάτων στο backup, για μεγιστοποίηση των επιδόσεων και για την παρακολούθηση των SLAs; Σε ποιες εφαρμογές και συστήματα είναι εκπαιδευμένοι; Είναι πιστοποιημένο το προσωπικό για συγκεκριμένες τεχνολογίες;
  • SLA tiering. O service provider παρέχει διαφορετικές υπηρεσίες με διαφορετικά SLAs; Για παράδειγμα, μια εφαρμογή tier 1 ίσως συνοδεύεται από ένα σετ απαιτήσεων σε RTO και RPO που να κοστίζουν, ενώ, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, ίσως να μην χρειάζεται η ικανοποίηση αυστηρών απαιτήσεων.
  • Τιμολόγηση. Πώς συγκρίνεται το μοντέλο τιμολόγησης του service provider σε σχέση με το κόστος άλλων εναλλακτικών λύσεων και on-premise στρατηγικών; Μια υπηρεσία cloud μπορεί να είναι η πιο οικονομική, αλλά μπορεί να μην ικανοποιεί τα SLAs που θέλει ο πελάτης ή κάποιες άλλες απαιτήσεις του. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει, παράλληλα με την τιμή και την εξοικονόμηση που επιτυγχάνεται, να εξεταστεί αν η λύση που επιλεχθεί πληροί τις ανάγκες της εκάστοτε εταιρείας.

Εν κατακλείδι, οι υπηρεσίες cloud, και οι οικονομίες που ενσωματώνουν, μπορούν να αλλάξουν δραστικά το μοντέλο κόστους του backup. Αυτό εξηγεί γιατί όλο και περισσότερο, οι εταιρείες αρχίζουν να αξιοποιούν μια σειρά από νέες υπηρεσίες backup-as-a- service, τόσο για τις μη στρατηγικής σημασίας εργασίες outsourcing όσο και για να βελτιώσουν τα επίπεδα disaster recovery για συγκεκριμένους φόρτους εργασίας.