Ο όρος Business Intelligence διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1989 από τη Gartner, με σκοπό να ορίσει σωστότερα την ανάλυση ποσοτικής πληροφορίας από μια ευρεία ποικιλία χρηστών. Αρχικά σήμαινε το συνδυασμό μίας ενοποιημένης δεξαμενής πληροφοριών -το Data Warehouse- και ενός εργαλείου, το οποίο θα επέτρεπε στον τελικό χρήστη να υποβάλει τις ερωτήσεις του στο σύστημα. Aπό τότε πολλά έχουν αλλάξει.

Μερικοί από τους κυριότερους παίκτες του Business Software παγκοσμίως επένδυσαν αδρά στο Business Intelligence. Ετσι εξαγόρασαν σημαντικές εταιρείες του χώρου και ξόδεψαν τεράστια ποσά για την ανάπτυξη τέτοιων τεχνολογιών. Οι προσπάθειες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα έναν πολύ μεγάλο αριθμό υλοποιήσεων έργων Business Intelligence, τα οποία σήμερα είναι γενικώς παραδεκτό ότι προσέφεραν σημαντική αξία στην επιχείρηση.

Επιπλέον, αναπτύχθηκαν νέες δυνατότητες και τεχνικές που επέτρεπαν τη λήψη αποφάσεων, βάσει των υπαρχόντων δεδομένων, κάτι το οποίο σήμανε τη γέννηση του Business Analytics. Καθώς σταδιακά οι εξελίξεις οδηγούνται όλο και περισσότερο από τους χρήστες, γεννήθηκαν απαιτήσεις για μεγαλύτερη ευελιξία, άνεση και ταχύτητα. Ετσι το query γίνεται πλέον πάνω στο ίδιο το γράφημα, η αναζήτηση των δεδομένων δεν είναι πια ιεραρχική, όλα τα δεδομένα μετακομίζουν στη RAM αυξάνοντας τις επιδόσεις, ενώ το κόστος υλοποίησης μειώθηκε. Ενας (τότε) μικρός, αλλά καινοτόμος κατασκευαστής, έθεσε τις βάσεις για τα παραπάνω και σύντομα έγινε μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες στον κόσμο.

Παράλληλα όλες οι σχετικές εταιρείες Πληροφορικής άλλαξαν το road map τους προς αυτήν την κατεύθυνση. Η Gartner εισήγαγε άλλον έναν όρο στον κόσμο της επιχειρηματικής πληροφόρησης, το “Data Discovery”, αναγνωρίζοντας τα νέα δεδομένα. Τα τελευταία 17 χρόνια γνωρίσαμε αρκετές γενιές τεχνολογιών πληροφόρησης. Στην πράξη κάθε πέντε περίπου χρόνια συντελείται μια μεγάλη αλλαγή που μας δίνει τη δυνατότητα να πάμε μπροστά από τον ανταγωνισμό. Τα οφέλη είναι απολύτως αδιαμφισβήτητα, καθώς όταν οι τεχνολογίες αυτές φτάνουν προς το τέλος τους, όλοι συμφωνούμε ότι τελικά είχαν σημαντική συνεισφορά στην ανταγωνιστικότητα της επιχείρησής μας.

Σχεδόν πάντα, όμως, όταν έχουμε μπροστά μας την απόφαση για το αν θα επενδύσουμε ή όχι έχουμε πολλές αμφιβολίες. Οσοι επενδύουν νωρίς ή έστω στην ώρα τους, είναι πάντα οι ωφελημένοι, ενώ αυτοί που επενδύουν αργά χάνουν την ευκαιρία να αποκτήσουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε αυτό το πεδίο και πρέπει να αναζητήσουν αλλού τα δυνατά τους σημεία. Καθώς η ιστορία επαναλαμβάνεται, ας δούμε κατ’ αναλογία τη σημερινή κατάσταση, για παράδειγμα το Data Discovery. Είναι κάτι που ακόμα δεν έχουν οι περισσότερες εταιρείες.

Την ίδια στιγμή όμως, ακόμα και κάποιοι που βάσισαν την επιτυχία τους σε αυτό το σετ τεχνολογιών, ήδη προσφέρουν τη δυνατότητα για στατικό reporting, τον πρόγονο του Business Intelligence, κατ΄ απαίτηση των πελατών τους. Αυτό σημαίνει ότι πολλές εταιρείες θεωρούν δεδομένη την προσέγγιση τύπου Data Discovery και με βάση αυτό αναζητούν λύση για όλα τα άλλα.

Αρα ακόμα και η πιο πολυδιαφημισμένη καινοτόμα εκδοχή της επιχειρηματικής πληροφόρησης έχει φτάσει στην ωριμότητά της. Είμαστε, δηλαδή, στο έσχατο σημείο, στο οποίο η τεχνολογία αυτή θα μας δώσει το πλεονέκτημα, ενώ πολύ σύντομα θα είναι απαραίτητο να επενδύσουμε σε αυτή, απλά και μόνο για να συμβαδίσουμε με τον ανταγωνισμό. Ας αναλογιστούμε, λοιπόν, αν θέλουμε να αφήσουμε τους ανταγωνιστές μας να προσδιορίζουν τα κόστη τους γρηγορότερα, να τοποθετούνται σωστότερα στην αγορά, να προμηθεύονται σε καλύτερες τιμές ή αν θέλουμε να βρεθούμε ένα βήμα μπροστά τους.