Λίγο πριν την έναρξη ισχύος του νέου ευρωπαϊκού κανονισμού για την προστασία των δεδομένων, η Cisco διεξήγαγε μια έρευνα, όσον αφορά τα μέτρα που λαμβάνουν οι επιχειρήσεις για τα δεδομένα τους.

Το αποτέλεσμα: οι δράσεις που τρέχουν για την προστασία της ιδιωτικότητας ενόψει του νέου κανονισμού, καθυστερούν τους κύκλους πώλησης – από την απόκτηση πελάτη μέχρι τη σύναψη σύμβασης – κατά 7,8 εβδομάδες (μέσος όρος). Ο κλάδος που επηρεάζεται περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους είναι οι κυβερνητικές αρχές, όπου η καθυστέρηση στους κύκλους πώλησης αγγίζει έως και τις 19 εβδομάδες, ενώ ακολουθούν οι υγειονομικές υπηρεσίες με έως 10 εβδομάδες καθυστέρηση. Περισσότερο ευέλικτος είναι ο ενεργειακός τομέας και η φαρμακευτική βιομηχανία με 2 και 2,5 εβδομάδες καθυστέρηση αντίστοιχα.

Η ωριμότητα μιας επιχείρησης όσον αφορά την προστασία των δεδομένων της έχει άμεση σχέση, σύμφωνα με την Cisco, στην επιβράδυνση του κύκλου πώλησης. Όσο πιο καλά εδραιωμένη είναι η προστασία δεδομένων στη στρατηγική μιας εταιρείας, τόσο μικρότερο είναι το διάστημα καθυστέρησης για την ολοκλήρωση μιας πώλησης. Μια παρόμοια τάση καταγράφει η Cisco στις απώλειες χρημάτων που προκαλούνται από τις υποκλοπές. Όσο καλύτερα εφαρμόζεται η προστασία της ιδιωτικότητας τόσο λιγότερα χρήματα χάνονται ένεκα των παραβιάσεων της και των επιθέσεων.

Στις επιχειρήσεις που δεν είναι καλά προστατευμένες ένεκα διαρροών δεδομένων οι ζημιές μπορεί να ξεπεράσουν τα 500.000 δολάρια μετά από μια διαρροή, ενώ στις καλά προστατευμένες επιχειρήσεις η ζημιά υποχωρεί στο 39%. Ωστόσο, η απόκτηση του απαιτούμενου πληροφοριακού εξοπλισμού για να μπορέσει μια επιχείρηση να αυξήσει την ετοιμότητα της είναι ένα εμπόδιο που είναι δύσκολο να ξεπεραστεί, ειδικά για τις μικρές επιχειρήσεις, συμπληρώνει η μελέτη.