Σε μια χειμαζόμενη αγορά, με συνεχόμενα έτη ύφεσης και χωρίς ορατά σημεία βραχυπρόθεσμης ανάκαμψης, η εισαγωγή νέων προϊόντων και τεχνολογιών είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται και το cloud computing σε όλες τις εκφάνσεις του.

Κοινός τόπος σε συζητήσεις με υποψήφιους πελάτες είναι ένα αρχικό ενδιαφέρον, στη συνέχεια η αναπόφευκτη σύγκριση με υπάρχουσες λύσεις και στο τέλος, στον υπολογισμό του κόστους, η αμφιβολία και η κατάληξη στο «άστο για αργότερα». Το σίγουρο είναι ότι σε τελική ανάλυση και η ελληνική αγορά θα ακολουθήσει τα βήματα της Ευρώπης και Β. Αμερικής. Μόνιμα σε διαφορά φάσης 2 με 5 ετών, θα στραφεί σε αντίστοιχες λύσεις cloud computing, ωστόσο το τίμημα θα είναι μεγάλο: Οι εγχώριοι cloud service providers θα έχουν χάσει πολύτιμο έδαφος και χρόνο σε σχέση με παρόχους του εξωτερικού, αλλά και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να καλύψουν μια περίοδο προσαρμογής, την οποία έχει ήδη περάσει ο ανταγωνισμός εκτός συνόρων.

Οι λόγοι της αμφιβολίας και αργοπορίας δεν πρέπει να αναζητηθούν τόσο στις «κλασικές» δικαιολογίες (αξιοπιστία, ασφάλεια, ιδιοκτησία υποδομών και δεδομένων), αλλά στη λανθασμένη σύγκριση των cloud services με τις παραδοσιακές, on premise εγκαταστάσεις. Το cloud computing δεν είναι άλλο ένα «προϊόν» ή «λύση», αλλά ένα νέο modus operandi, το οποίο αν ταιριάξει με το business model του πελάτη αποδίδει τα μέγιστα. Το μοντέλο που μπορεί να περιγράψει το cloud computing είναι το outsourcing: Λειτουργίες και διεργασίες, οι οποίες δεν ανήκουν στο core business ενός οργανισμού ανατίθενται σε έναν εξωτερικό πάροχο, ο οποίος μπορεί να τις εκτελέσει πολύ καλύτερα.

Με τον τρόπο αυτό αφενός βελτιώνονται οι εν λόγω υπηρεσίες και αφετέρου ο οργανισμός απελευθερώνει πόρους τους οποίους μπορεί να διοχετεύσει στο core business του. Για να δούμε τα πράγματα πιο απλά: όλοι μας ξέρουμε να οδηγούμε. Η οδήγηση του αυτοκινήτου είναι μια απλή υπόθεση. Κανένας, όμως, προκειμένου να οδηγήσει δεν βρίσκει όλα τα εξαρτήματα ενός αυτοκινήτου από την αγορά, τα συγκεντρώνει στο γκαράζ του, τα συναρμολογεί βίδα προς βίδα, κάνει όλες τις επισκευές μόνος και τέλος, το οδηγάει. Εφόσον κάποιος είναι μηχανικός αυτοκινήτων τα παραπάνω είναι διεργασίες που μπορεί άνετα να εκτελέσει, ωστόσο δεν θα αφήνουν πολύ χρόνο για κάτι άλλο. Κάποιος όμως που δεν είναι μηχανικός αυτοκινήτων, θα προτιμήσει απλά να αγοράσει ένα αυτοκίνητο και να το στέλνει στο συνεργείο για σέρβις και επισκευές.

Το ίδιο ακριβώς, αν το καλοσκεφτούμε, είναι και το business model του cloud computing. Δραστηριότητες και υπηρεσίες οι οποίες δεν είναι στο core business ενός οργανισμού ή απαιτούν δέσμευση πόρων και ανθρώπων μπορούν να εκχωρηθούν σε εξωτερικούς παρόχους, ώστε αφενός ο οργανισμός να κερδίσει καλύτερες υπηρεσίες, αλλά και να διοχετεύσει την ενέργειά του εκεί που πρέπει. Τα κρυφά πλεονεκτήματα των υπηρεσιών cloud computing είναι και αυτά που ανακαλύπτουν οι χρήστες τους, αφού αρχίσουν να τις χρησιμοποιούν:
• Εξαιρετικό SLA της τάξης του 99,9% και άνω στη διαθεσιμότητα των εφαρμογών και υπηρεσιών .
• Διαχείριση, ανανέωση και επέκταση της υποδομής από τον πάροχο χωρίς επιπλέον επένδυση από την πλευρά του πελάτη.
• Διαδικτυακή πρόσβαση στις υπηρεσίες συνεχώς, από παντού, με πολλαπλές διασυνδέσεις με Tier-1 service providers.
• Υποστήριξη των εφαρμογών και υπηρεσιών από εξειδικευμένο οργανισμό.
• Αμεση αυξομείωση και έλεγχος κόστους της υπηρεσίας: Αν χρειάζεστε 30 desktops για τους επόμενους δυο μήνες, απλώς τα ενεργοποιείτε από τον πάροχό σας και πληρώνετε τη χρήση για δυο μήνες.Οι καιροί είναι δύσκολοι, αλλά σε τέτοιους καιρούς απαιτούνται στρατηγικές και τολμηρές κινήσεις, οι οποίες είναι σε θέση να φέρουν έναν οργανισμό σε εξαιρετικά πλεονεκτική θέση σε σχέση με τον ανταγωνισμό, όταν με το καλό βγούμε από τα μαύρα σύννεφα της κρίσης!