Οι υπηρεσίες cloud είναι, όπως όλα δείχνουν, μία ανάσα από το να θεωρηθούν το νέο commodity στην αγορά Πληροφορικής, έχοντας αποσπάσει την προσοχή ακόμα και των πιο συντηρητικών οργανισμών. Τo cloud αποτελεί πια στρατηγική επιλογή στο ταξίδι των εταιρειών στον ψηφιακό μετασχηματισμό και το μέλλον του μόνο ανοδικό προβλέπεται.

Περίπου μία δεκαετία πριν, ένα καινούργιο buzzword στον τομέα του ΙΤ ήρθε ταχύτατα στο προσκήνιο. Όλοι μιλούσαν για το «σύννεφο»! Τότε, οι άνθρωποι δεν ήξεραν πολλά για αυτή τη νέα αναδυόμενη τεχνολογία, οπότε όπως ήταν λογικό υπήρχαν πολλά ερωτήματα. «Πώς δουλεύει το cloud;», «Είναι διαφορετικό από το Internet;», «Πώς μπορώ να το χρησιμοποιήσω;», «Είναι ασφαλές να αποθηκεύσω δεδομένα εκεί;». Όσο και αν ακούγονται έως και αστεία αυτά τα ερωτήματα σήμερα, μόλις λίγα χρόνια πριν ήταν απόλυτα λογικά. Τα νούμερα αποδεικνύουν την εκθετική ανάπτυξη της αγοράς αυτής από τότε: Από τα περίπου 25,65 δισεκατομμύρια δολάρια το 2010, σήμερα έχει ξεπεράσει ήδη το ορόσημο των 150 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Σκεφτείτε ότι:
• Το 81% όλων των εταιρειών έχουν ήδη αναπτύξει μία multi-cloud στρατηγική ή βρίσκονται προ των πυλών να το κάνουν
• Το 67% των εταιρικών υποδομών είναι cloud-based
• Επιπλέον, το 82% του workload θα βρίσκεται στο σύννεφο.

Το αποτέλεσμα είναι, περισσότερα από 40 zettabytes δεδομένων θα διακινούνται μέσω cloud servers και cloud δικτύων. Όλα αυτά δεν προκαλούν καμία έκπληξη, καθώς ήδη σήμερα, ο μέσος άνθρωπος χρησιμοποιεί 36 cloud-based υπηρεσίες κάθε μέρα.
Το cloud ήταν πάντα προορισμένο να επιτύχει. Από τότε που συνήθως αποθηκεύαμε τα δεδομένα μας σε μία συσκευή και τα αντιγράφαμε σε flash drives. Η σκέψη και μόνο να έχουμε τα πάντα διαθέσιμα εν κινήσει ακουγόταν επαναστατική. Σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων και των επιχειρήσεων χρησιμοποιούν τις τεχνολογίες cloud καθημερινά, με τους ειδικούς αναλυτές να υποστηρίζουν ότι σύντομα το σύνολο σχεδόν της πληροφορικής θα περνάει μέσα από κάποιας μορφής cloud.
Tι συμβαίνει, όμως, στο ελληνικό επιχειρείν; Πού εστιάζουν οι επενδύσεις σε ό,τι αφορά το cloud και πόσο επηρέασε τις επιχειρηματικές επιλογές η πανδημία και οι συνέπειές της;

Έργα και στρατηγικές των ελληνικών επιχειρήσεων γύρω από το cloud
Αν δεν υπήρχε το cloud δεν θα μπορούσαμε σήμερα να μιλάμε για ψηφιακό μετασχηματισμό. Κατά συνέπεια η αξιοποίηση των δυνατοτήτων του cloud είναι κομμάτι της ψηφιακής στρατηγικής των εταιρειών, ανάλογα και με την ωριμότητα κάθε εταιρείας. Πολλές εταιρείες έχουν ως βασικό άξονα της στρατηγικής τους το cloud, καθιστώντας το άξονα ανάπτυξης. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Μιχάλης Πετυχάκης, Chief Technology Officer, Orfium, «H ORFIUM είναι μια κατ’ εξοχήν cloud εταιρεία που φιλοξενεί τόσο τα προϊόντα της όσο και τα συστήματα που χρησιμοποιεί στο “σύννεφο”. Από την αρχή της λειτουργίας μας χρησιμοποιούμε cloud εφαρμογές για την πλειονότητα των λειτουργιών μας συμπεριλαμβανομένων και των απολύτως βασικών όπως το email, το CRM κλπ. Αυτή η επιλογή υπήρξε κομβικής σημασίας για την ανάπτυξή μας».

Αντίστοιχα, οι ώριμες τεχνολογικά εταιρείες φαίνεται ότι βρίσκονται επίσης στην πρωτοπορία της αξιοποίησης των τεχνολογιών αιχμής, όπως το cloud, διαπιστώνοντας γρήγορα τα πολλαπλά οφέλη αυτών και αποκτώντας ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί το Διεθνές Αεροδρόμιο Αθηνών.
«Το αεροδρόμιο της Αθήνας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις τεχνολογίες αιχμής και στις πρωτοποριακές τεχνολογικές εφαρμογές. Στην κατεύθυνση αυτή τo Cloud είναι βασικός πυλώνας ιδιαίτερα για τις ψηφιακές εφαρμογές του αεροδρομίου με περίπου το ένα τέταρτο των εφαρμογών σήμερα να λειτουργούν σε περιβάλλον Cloud, ποσοστό που σταδιακά διευρύνεται», εξηγεί ο Στράτος Πούμπρος, Ειδικός Αρχιτεκτονικής Δεδομένων, ΔΑΑ.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τον ίδιο «Μερικές από τις αεροδρομικές εφαρμογές που φιλοξενούνται σε περιβάλλον cloud είναι:

  • Emergency Call Out Notification System (ECON με αποστολή άμεσης ενημέρωσης σε πολλαπλούς χρήστες μέσω γραπτού μηνύματος ή τηλεφωνικής κλίσης.
  • Learning Management System (LMS), που επιτρέπει τη δυνατότητα εξ’ αποστάσεως εκπαίδευσης και τήρησης αξιόπιστων αρχείων απόδοσης και πιστοποίησης εκπαιδευομένων.
  • Online εφαρμογή που παρέχει τη δυνατότητα παροχής και καταχώρησης στοιχείων δικαιούχων κάρτας πρόσβασης σε περιοχές του αεροδρομίου.
  • Σύστημα κινητής εφαρμογής (eGates) για τη διασταύρωση στοιχείων προσωπικού και επιβατών πρίν τους επιτραπεί η πρόσβαση σε περιοχές του αεροδρομίου.
  • Επιχειρησιακές εφαρμογές της Microsoft Office 365 Suite, με δυνατότητα υλοποίησης σημαντικού μέρους των καθημερινών λειτουργιών σε περιβάλλον εξ’ αποστάσεως χειρισμού.
  • Business Process Management System, για την Διαχείριση Διαδικασιών και την οπτικοποίηση της ροής των βημάτων υλοποίησης.
  • Extranet Portal System, Ιστότοπος Extranet για τη κοινότητα του αεροδρομίου, με υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφαρμογές επιχειρηματικής παραγωγικότητας και συνεργασία μέσω του «Google G-Suite», πτητικές πληροφορίες κ.α.
  • I-mind Mobile Application, εφαρμογή που πρωτοπόρα ανέπτυξε ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών με κύριο σκοπό να επιτρέψει στους υπαλλήλους να επαληθεύουν την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και τη λειτουργικότητα συστημάτων και υποδομών στο αεροδρόμιο.

Επίσης μια σειρά από εφαρμογές για την υποστήριξη των συστημάτων προστασίας και αύξησης της ασφάλειας της εταιρείας, αλλά και την αποτελεσματικότητα σε καθημερινές εργασίες».
Εκτεταμένη χρήση του cloud επιλέγει και η BibeCoffee, αφού σύμφωνα με τον Βασίλη Παπαδοπεράκη, Chief Technology Officer της εταιρείας, «Με δεδομένο ότι χρησιμοποιούμε ήδη το cloud σε μεγάλο βαθμό, τα έργα που τρέχουν αυτή την περίοδο καταπιάνονται με την ενίσχυση της ασφάλειας και το Artificial Intelligence».

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Όμιλος Ιατρικού Αθηνών. Κατά τα λεγόμενα του Διευθυντή Πληροφορικής και Νέων Τεχνολογιών του Ομίλου, Τάσο Τάγαρη, «Στον Όμιλο του Ιατρικού Αθηνών ξεκινήσαμε τη μεταφορά στο Cloud με αυτό που αποκαλείται “business agnostic” εφαρμογές. Για παράδειγμα, το email, ή ο διαμοιρασμός αρχείων, είναι υπηρεσίες που κάθε εταιρεία (θέλει να) έχει, ανεξάρτητα ποιο είναι το business της (εμπόριο, μεταφορές, χρηματοοικονομικά, υγεία, τρόφιμα, κοκ). Προφανώς δεν μένουμε σε αυτό, αλλά αυτή ήταν η αφετηρία».

Οι τεχνολογίες cloud computing αποτελούν ένα σημαντικό σύμμαχο για το λιανεμπόριο και το e-commerce. Όπως αναφέρει ο Αντώνης Γιαννόπουλος, Διευθυντής Ψηφιακού Μετασχηματισμού, METRO, «Στη METRO, αρχικά αξιοποιήσαμε τις τεχνολογίες cloud στα eshops των My market και των METRO Cash & Carry αντίστοιχα, ενώ τώρα την επεκτείνουμε στην αναβάθμιση των εσωτερικών μας εφαρμογών. Το eshop των My market ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Οκτώβριο του 2018, πραγματοποιώντας διανομές προϊόντων ξηρού φορτίου σε όλη την Ελλάδα, καθώς και διανομές σε φρέσκα & νωπά προϊόντα και είδη κοπής σε μεγάλες πόλεις, με πρωτοποριακές υπηρεσίες, όπως η φωνητική παραγγελία και η καταγραφή των προτιμήσεων. Τα καταστήματα METRO Cash & Carry, η Νο1 αλυσίδα χονδρικής πώλησης στην Ελλάδα, πρόσφατα υλοποίησαν τη λύση b2b e-commerce. Το σύνθετο αυτό έργο, σχεδιάστηκε εξ’ ολοκλήρου σε cloud native τεχνολογίες, δίνοντας σημαντικές λύσεις σε ζητήματα όπως η υψηλή απόδοση σε απαιτητικά δεδομένα (τιμοκατάλογοι καταστημάτων, προσωποποιημένοι τιμοκατάλογοι πελατών, συγχρονισμός δεδομένων με ERP), η κεντρική αντιμετώπιση της ασφάλειας, το continuous integration, το αυτόματο scale up – scale out και η εξελιγμένη αναζήτηση προϊόντων».

Το cloud και o Covid-19
Με την πανδημία του Covid-19 φαίνεται ότι με άξονα τις αυξημένες ανάγκες για διευκόλυνση της απομακρυσμένης λειτουργίας επισπευστήκαν ή αποφασίστηκαν κινήσεις με βάση τις τεχνολογίες και υπηρεσίες cloud. Το πρώτο εκείνο διάστημα μάλιστα, στις τάξεις των στελεχών των επιφορτισμένων με τον ψηφιακό μετασχηματισμό κυκλοφορούσε το «αστείο» ότι ο βασικός enabler για το digital transformation ήταν ο ιός και τα εκτεταμένα lockdown. Αυτό ίσως είναι εν μέρει μόνο αληθές, καθώς φαίνεται ότι οι περισσότερες εταιρείες βρίσκονταν ήδη σε… «τροχιά cloud».
«Σίγουρα πολλές εταιρείες που επλήγησαν οικονομικά από την κρίση καθυστέρησαν να προχωρήσουν τα πλάνα τους σχετικά με το cloud κυρίως λόγω της μετατόπισης των προτεραιοτήτων ιδιαίτερα στην αρχή της κρίσης. Τελικά όμως λόγω της επικαιρότητας και αναγκαιότητας του ψηφιακού μετασχηματισμού, αυτή τη στιγμή νομίζω ότι το cloud adoption τρέχει ταχύτερα από ποτέ. Υπάρχουν κλάδοι, όπως το IoT στο οποίο δραστηριοποιείται η BibeCoffee, που χωρίς το cloud δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν γρήγορα, οπότε θα λέγαμε ότι το πλάνο προχώρησε χωρίς καμία απολύτως επιβράδυνση», υποστηρίζει ο Βασίλης Παπαδοπεράκης.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Τάσος Τάγαρης, ο οποίος αναφέρει ότι «Οι αποφάσεις ήταν δεδομένες ανεξάρτητα από την κρίση ή την πανδημία και οδηγούνται από την εξέλιξη της τεχνολογίας και την ωριμότητα πλέον των λύσεων που υπάρχουν. Επομένως η συγκυρία δεν θα έλεγα πως επηρέασε τις αποφάσεις, σίγουρα όμως επιτάχυνε τις διαδικασίες προς αυτή την κατεύθυνση».
Αντίστοιχα, ο σύμφωνα με τον Αντώνη Γιαννόπουλο, «Η λειτουργία των eshops σαφώς επηρεάστηκε από την πανδημία, καθώς αυξήθηκε σημαντικά η χρήση τους. Οι online αγορές μας τριπλασιάστηκαν. Ωστόσο, η υλοποίηση των eshops και η απόφαση να λειτουργήσουν στο cloud είχε προηγηθεί, για τεχνικούς λόγους ανεξαρτήτως της πανδημίας. Η συγκυρία μας βρήκε κατάλληλα προετοιμασμένους και απλά επιβεβαίωσε την ορθότητα των επιλογών μας».

Για ήδη αποφασισμένες στρατηγικές επιλογές κάνουν λόγο και οι Στράτος Πούμπρος και Μιχάλης Πετυχάκης, οι οποίοι επισημαίνουν, οι οποίες ωστόσο συνέβαλαν τα μέγιστα για την ομαλή μετάβαση στις νέες ανάγκες της περιόδου αυτής. «Η επιλογή για την ενσωμάτωση και χρήση cloud εφαρμογών στη λειτουργία μας είχε προηγηθεί των υγειονομικών εξελίξεων. Αυτή η επιλογή ωστόσο μας βοήθησε στην ομαλή μετάβαση σε ένα μοντέλο εξ αποστάσεως εργασίας και συνεργασίας μεταξύ των ομάδων μας, ενώ επέτρεψε την επιτυχημένη διαχείριση και ομαλή διαδικασία ενσωμάτωσης  τόσο σε επίπεδο πελατολογίου όσο και ανθρώπινου δυναμικού που ακολούθησε την ραγδαία ανάπτυξη της εταιρείας μέσα σε αυτά τα 2 χρόνια», επισημαίνει ο Chief Technology Officer της Orfium. Αντίστοιχα, ο Ειδικός Αρχιτεκτονικής Δεδομένων του Αερολιμένα Αθηνών εξηγεί ότι «Η πανδημία δεν επηρέασε τις στρατηγικές αποφάσεις υιοθέτησης cloud υπηρεσιών. Αξιοποιήθηκαν μάλιστα λύσεις και δυνατότητες ασφαλούς παροχής υπηρεσιών που παρέχονται από απομακρυσμένους χρήστες καθώς και συστημάτων που είναι προσβάσιμα μέσω του Διαδικτύου».

Πλεονεκτήματα και αδυναμίες
Η δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε εφαρμογές και υπηρεσίες, το scalability αυτών καθώς και οι μειωμένες ανάγκες για υποστήριξη αποτελούν τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα των cloud λύσεων. Ασφάλεια και προσβασιμότητα εξακολουθούν να προβληματίζουν τις εταιρείες, χωρίς ωστόσο οι προβληματισμοί αυτοί να αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα για τις σχετικές αποφάσεις και επενδύσεις. «Στα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα θα ανέφερα την “απαλλαγή από έγνοιες” για υποστήριξη των υποδομών, καθώς αυτό συνήθως δίνεται μαζί ως υπηρεσία (βλ. μοντέλο Saas ή PaaS), αλλά και την δυνατότητα αυξομείωσης των διαθέσιμων resources αναλόγως των αναγκών που υπάρχουν (pay as you go μοντέλο). Μειονεκτήματα ουσιαστικά δεν θεωρώ πως υπάρχουν. Εφόσον εξασφαλίζονται θέματα εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων μένει μόνο η εξάρτηση από την προσβασιμότητα στο Cloud η οποία σταδιακά βελτιώνεται από τους παρόχους και πλέον διατίθενται λύσεις που εξασφαλίζουν υψηλή διαθεσιμότητα της υπηρεσίας. Δεν παύει όμως να είναι μια πηγή “ανασφάλειας” ειδικά σε περιοχές όπως η υγεία όπου η υψηλή διαθεσιμότητα με μηδενική ανοχή σε downtimes είναι αδιαπραγμάτευτη», αναφέρει ο Τάσος Τάγαρης.

Στην άποψη αυτή συνηγορεί και ο Στράτος Πούμπρος «Αναμφίβολα, η αμεσότητα στη χρήση πόρων και υπηρεσιών για την ικανοποίηση των επί μέρους αναγκών της εταιρείας, αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των παραδοσιακών επιλογών. Ωστόσο, η εγγυημένη και διαρκής διασύνδεση των υποδομών του πελάτη με τις αντίστοιχες υποδομές του cloud παρόχου (dedicated WAN circuit) αποτελεί ιδιαίτερα κοστοβόρα επιλογή, όπως άλλωστε και το δυναμικό κόστος που μπορεί να προκύψει σε απρόβλεπτες επιχειρησιακές καταστάσεις».

Το scalability επισημαίνει ο Βασίλης Παπαδοπεράκης ως το βασικότερο πλεονέκτημα, με τα ζητήματα ωστόσο ασφάλειας και κανονιστικής συμμόρφωσης να αποτελούν έναν βασικό προβληματισμό: «Στην περίπτωση μας σίγουρα το μεγαλύτερο πλεονέκτημα είναι το scalability. Οι λύσεις στο χώρο του IoT βασίζονται στη συλλογή πολλών δεδομένων, ο όγκος των οποίων στην αρχή τουλάχιστον, δεν είναι ξεκάθαρος. Όσο μάλιστα προχωράμε και εντάσσονται νέα functionalities, χρησιμοποιείται Artificial Intelligence και άλλες δυνατότητες, δημιουργείται η ανάγκη για γρήγορη προσαρμογή και παραμετροποίηση των workloads και των βάσεων. To cloud μας καλύπτει πλήρως σε αυτή την περίπτωση. Όσο αφορά τα μειονεκτήματα, θα έλεγα ότι για την ώρα μας προβληματίζουν θέματα που αφορούν το ευρύτερο φάσμα της ασφάλειας των δεδομένων, όπως η ιδιωτικότητα, το compliance, η κυβερνοασφάλεια».

Σε όλα τα παραπάνω συνηγορεί και ο Διευθυντής Ψηφιακού Μετασχηματισμού της ΜΕΤRΟ, «Η δυνατότητα ευέλικτης προμήθειας πόρων είναι το σημαντικότερο πλεονέκτημά μας, ακολουθώντας την αυξομείωση των αναγκών μας. Δεν χρειάζεται πλέον να διαστασιολογήσουμε εκ των προτέρων μια εφαρμογή μας προκειμένου να προμηθευτούμε τον κατάλληλο εξοπλισμό, ή να περιοριζόμαστε από τις υφιστάμενες τεχνικές δυνατότητες. Επίσης, ένα σημαντικό πλεονέκτημα, είναι η δυνατότητα υλοποίησης σεναρίων disaster recovery σε σχετικά προσιτό κόστος. Από την άλλη πλευρά, στα μειονεκτήματα, παρατηρούμε την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση από το διαδίκτυο και την ανάγκη για αδιάλειπτη, αξιόπιστη τηλεπικοινωνιακή σύνδεση που δυστυχώς στη χώρα μας δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, ενώ κοστίζει σημαντικά. Επίσης, θεωρούμε άξια λόγου τα θέματα ασφάλειας και ιδιωτικότητας που πολύ συχνά δέχονται πλήγμα ακόμα και στους πιο μεγάλους οργανισμούς παροχής υπηρεσιών cloud».

Την δυνατότητα χρήσης και την κλιμάκωση ανάλογα με τις ανάγκες επισημαίνει και ο Μιχάλης Πετυχάκης, ο οποίος υπογραμμίζει και το ζήτημα της εκπαίδευσης του ανθρώπινου δυναμικού και της εξοικείωσης του σαν δυνητικό μειονέκτημα. Όπως ο ίδιος εξηγεί «Από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα είναι η δυνατότητα χρήσης των επιμέρους εφαρμογών αναλόγως του μεγέθους χρήσης και του όγκου των δραστηριοτήτων που μια εταιρεία θέλει να διεκπεραιώσει μέσω μιας cloud εφαρμογής και αντιστοίχως να καλύψει τις προκύπτουσες ανάγκες της. Κάτι τέτοιο έχει αντίστοιχο αντίκτυπο και στο κόστος χρήσης, με αποτέλεσμα να δαπανώνται πόροι ακριβώς για τη χρήση και τις ανάγκες που καλύπτονται. Αν θα πρέπει να σημειώσουμε ένα μειονέκτημα ίσως αυτό να ήταν ένα ενδεχόμενο learning curve που αντιμετωπίζει το ανθρώπινο δυναμικό μιας εταιρείας στη διαδικασία εξοικείωσης του με την νέα τεχνολογία».

Οι legacy εφαρμογές παραμένουν on-premise
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Gartner, οι customized και legacy εφαρμογές, οι οποίες αποτελούν περίπου το 55% των εταιρικών εφαρμογών, μεταφέρονται στο σύννεφο με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς. Οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση.
«Πράγματι, ο ρυθμός μεταφοράς αυτών των εφαρμογών είναι αρκετά χαμηλός προς το παρόν, κάτι που οφείλεται τόσο σε έλλειψη προγραμματιστών και άλλων εξειδικευμένων στελεχών πληροφορικής, όσο και σε αντικειμενικές αιτίες. Ορισμένες φορές μάλιστα, δεν είναι εφικτό ή οικονομικά αποδοτικό να κάνεις μία τέτοια μεταφορά. Η λογική lift & shift custom εφαρμογών δοκιμάστηκε και δεν απέδωσε τα αναμενόμενα οικονομικά ή τεχνικά οφέλη. Έχει αποδειχθεί στην πράξη, ότι το σημαντικότερο όφελος προκύπτει όταν η εταιρεία επενδύσει ώστε να μετατρέψει τις legacy εφαρμογές σε cloud-native, προκειμένου να μπορούν να προσαρμοστούν στη φιλοσοφία του cloud computing και να αξιοποιήσουν όλες τις δυνατότητες που αυτό προσφέρει», εξηγεί ο Αντώνης Γιαννόπουλος.

Σε τρεις βασικούς λόγους αποδίδει το γεγονός αυτό ο Στράτος Πούμπρος: «1. Οι υποδομές αυτές διατηρούν “δεσμούς” και λειτουργικότητες με υφιστάμενες παραδοσιακού χαρακτήρα υπηρεσίες, γεγονός που δυσχεραίνει την αποκλειστική μεταφορά τους στο σύννεφο. 2. Η παλαιότητα τέτοιων εφαρμογών και ο ιδιαίτερος ρόλος τους σε κάποιες επιχειρήσεις τις καθιστούν μη εκμεταλλεύσιμες εμπορικά καθώς και το γεγονός ότι δεν μπορούν να υποστηριχτούν από τις σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές και λειτουργίες που παρέχει το σύννεφο. 3. Η αδυναμία εξέλιξης οδηγεί σε τεχνολογική “απομόνωση” δημιουργώντας μεγάλα κόστη σε περίπτωση επιτυχούς μεταφοράς τους στο σύννεφο».

Τα ευρήματα της έρευνας της Gartner, δεν προκαλούν καμία έκπληξη στον Τάσο Τάγαρη: «Είναι γεγονός και ταυτόχρονα είναι και λογικό θεωρώ, για δύο κυρίως λόγους: Με την ευκαιρία της μετάβασης στο cloud, των πιο legacy και business related εφαρμογών, συχνά επιχειρείται (ορθά κατά τη γνώμη μου) και ανασχεδιασμός των επιχειρηματικών διαδικασιών, πράγμα που απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο από μια απλή τεχνική μεταφορά κάποιων servers από on premise στο Cloud. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να σκεφτούμε και τις επενδύσεις που έχουν ήδη γίνει σε εξοπλισμό και υποδομές, οι οποίες θα πρέπει πρώτα να αποσβεστούν πριν αντικατασταθούν από cloud υποδομές».

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Μιχαήλ Πετυχάκης, υποστηρίζει ότι «Η περιορισμένη ενσωμάτωση cloud εφαρμογών και ο αντίστοιχος αργός ρυθμός ψηφιακού μετασχηματισμού είναι ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα. Αρχικά, η μεταφορά από έναν εταιρικό σέρβερ στο cloud, το αντίστοιχο migration που απαιτείται και η αναζήτηση ενός εξειδικευμένου και καταρτισμένου συμβούλου ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση από τη μία συνθήκη στην άλλη, μπορεί να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην επιλογή σύγχρονων cloud εφαρμογών. Παράλληλα, η επιφύλαξη μετάβασης σε cloud εταιρικές εφαρμογές ενδεχομένως συνδέεται με την αίσθηση απώλειας του ελέγχου της εφαρμογής και των εταιρικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται ή ακόμα και με μια εσφαλμένη αίσθηση περιορισμένης ασφάλειας των δεδομένων και της χρήσης αυτών σε cloud εφαρμογές. Τέλος, το γεγονός ότι μια εταιρεία ενδέχεται να χρησιμοποιεί τοπικές εφαρμογές στις οποίες έχει ήδη επενδύσει πολλούς πόρους αλλά και η αναγκαία εκπαίδευση του δυναμικού της για την επιτυχημένη μετάβαση σε νέες cloud εφαρμογές πιθανόν αιτιολογούν την εικόνα μια αργής μεταφοράς σε πιο σύγχρονα μοντέλα».

Την ανάπτυξη από την αρχή των legacy και customized εφαρμογών στο cloud θεωρεί ως την καλύτερη λύση ο Βασίλης Παπαδοπεράκης. Όπως ο ίδιος εξηγεί, «Οι customized και legacy εφαρμογές συνήθως έχουν εξελιχθεί σταδιακά μέσα στα χρόνια καταλήγοντας σε μια πολύπλοκη on premise δομή η οποία δεν μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να μεταφερθεί εύκολα “as is” στο cloud. Ακόμα και αν σχεδιαστικά βρεθεί μία χρυσή τομή μάλλον θα χρειαστούν πολλές αναβαθμίσεις, αλλαγές εκδόσεων και συνολικά αρκετές εργατοώρες για να επιτευχθεί η μετάβαση, χωρίς ίσως το ιδανικό αποτέλεσμα. Έτσι οι εταιρείες δυσκολεύονται να πάρουν την απόφαση, ενώ η καλύτερη προσέγγιση τελικά θα είναι “χτίσιμο” από την αρχή της εφαρμογής στο cloud».

Θα είναι όλη η πληροφορική στο μέλλον στο cloud;
Με τους εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης και διείσδυσης που σημειώνει το cloud, ένα εύλογο ερώτημα που αναδύεται είναι αν στο μέλλον θα δούμε όλη την πληροφορική που αξιοποιούν οι επιχειρήσεις να είναι cloud-based και τελικά το cloud θα αποτελεί πια ένα commodity για το επιχειρείν, τόσο δεδομένο όσο το …ρεύμα. Ένα μέλλον στο οποίο θα κυριαρχεί το cloud διαβλέπει ο Τάσος Τάγαρης, ο οποίος υποστηρίζει ότι «Υπάρχουν ακόμα αρνητικές νοοτροπίες αλλά και υφιστάμενες επενδύσεις σε εξοπλισμό που θα χρειαστούν σίγουρα μια 5ετία ακόμα για να αποσβεστούν και στη συνέχεια να ξεκινήσει η μετάβαση στο cloud. Εξαρτάται επομένως από το ποια διάρκεια δίνουμε στο … “σύντομα”. Αν το “σύντομα” είναι σε 1-2 χρόνια, όχι δεν το συμμερίζομαι. Σε 5-10 χρόνια όμως, ναι, νομίζω πως όλα πλέον θα έχουν μεταφερθεί στο cloud, ενώ οι νέες υπηρεσίες και εφαρμογές που έρχονται είναι “εκ γενετής” βασισμένες σε αυτό (βλ. 5G , IoT, wearables, κοκ)».

Παρομοίως, ο Στράτος Πούμπρος, θεωρεί ότι το cloud θα αποτελεί την κυρίαρχη επιλογή: «Ο χώρος της τεχνολογίας και ιδιαίτερα του σύννεφου είναι διαρκώς μεταβαλλόμενος, δημιουργώντας ευκαιρίες εξέλιξης ανεξάρτητα από το αντικείμενο ενασχόλησης κάθε εταιρείας και αυτό με τη σειρά του καταδεικνύει την ολοένα αυξανόμενη σημασία του cloud ως βασικής επιλογής. Ωστόσο, η μεταφορά υποδομών και υπηρεσιών στο cloud εξαρτάται και από παράγοντες όπως το αντικείμενο της ίδιας της επιχείρησης, η φύση των εφαρμογών (customized , legacy), η φύση των υπηρεσιών, τα επιδιωκόμενα σενάρια επιχειρησιακής ετοιμότητας και ελέγχου επί των συστημάτων, οι οικονομικές δυνατότητες της επιχείρησης, κλπ. Παρόλα αυτά, η τεχνολογική ευελιξία που παρέχει το cloud, καθώς και η ανάγκη μείωσης του λειτουργικού κόστους, αποτελούν αναμφίβολα στοιχεία που το καθιστούν κυρίαρχη επιλογή τώρα και στο μέλλον».

Κυρίαρχες, με κάποιες εξαιρέσεις, θα είναι οι cloud λύσεις και για τον Μιχάλη Πετυχάκη, ο οποίος επισημαίνει ότι «η μεταφορά στο cloud των περισσοτέρων λειτουργιών θεωρώ ότι είναι ένα σενάριο που θα αντιμετωπίσουμε στο άμεσο μέλλον. Κατά ένα συντριπτικό ποσοστό η μεταφορά σε cloud εφαρμογές θα σημειωθεί στα αμέσως επόμενα χρόνια. Τα πλεονεκτήματα των εφαρμογών cloud είναι δεδομένα και προλειαίνουν μια τέτοια εξέλιξη. Αναφέρω μόνο μερικά όπως η ευκολία στη χρήση, η δυνατότητα άμεσων αναβαθμίσεων, η ασφάλεια, η μεγάλη χωρητικότητα. Υπάρχουν βέβαια cases και εφαρμογές, σε τομείς όπως ο τραπεζικός ή ο ιατρικός κλάδος, που ενδεχομένως να συνεχίσουν να συντηρούν υποδομές in premise».

«Σίγουρα σχεδόν όλες οι επιχειρήσεις πλέον έχουν καταπιαστεί με το cloud σε ένα βαθμό. Η κάθε επιχείρηση, σύμφωνα με τη δραστηριότητά της, αξιοποιεί διαφορετικά πλεονεκτήματα του cloud. Νομίζω ότι όλο και περισσότερα workloads και εφαρμογές θα βρίσκονται στο cloud αλλά υπάρχουν και κάποια ζητήματα όπως η ασφάλεια, η διαθεσιμότητα, η ιδιωτικότητα και το κόστος που προβληματίζουν και οδηγούν σε hybrid μοντέλα. Άρα ναι τα περισσότερα μάλλον θα βρίσκονται στο cloud αλλά το πιθανότερο όχι όλα», συμφωνεί ο Βασίλης Παπαδοπεράκης.

Ελαφρώς διαφορετική άποψη έχει ο Αντώνης Γιαννόπουλος, καθώς η εξέλιξη είναι διαρκής, ενώ ήδη βλέπουμε άνοδο σε τεχνολογίες που μπορεί να ανατρέψουν την τάση αυτή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει «Όχι απαραίτητα. Αν και οι τάσεις, σήμερα, αυτό υποδεικνύουν, με τους προμηθευτές έτοιμου λογισμικού να ωθούν τη χρήση προς μοντέλα “as a service” που διατίθενται μέσω του cloud, θεωρούμε πως η αύξηση της επεξεργαστικής ισχύος και της χωρητικότητας των ατομικών συσκευών, αλλά και τεχνολογίες όπως το blockchain, το software-defined network και το ΙοΤ (που εκ φύσεως τρέχει σε εξειδικευμένες τοπικές συσκευές), μπορούν στο μέλλον είτε να αντιστρέψουν την τάση, είτε να δημιουργήσουν ένα νέο σημείο ισορροπίας. Θα μας παρέχουν την ελευθερία να διατηρούμε τις εφαρμογές και τους πόρους εκεί που έχουν νόημα, πλησιέστερα στον χρήστη, και να διαχειριζόμαστε τόσο την ανάπτυξη, όσο και την υποστήριξή τους από οποιοδήποτε σημείο, χωρίς την ανάγκη κεντρικής δημόσιας πρόσβασης που παρέχει το cloud.

Έπειτα, πρέπει να θυμόμαστε, πως ιστορικά η τεχνολογία μετακινείται διαρκώς μεταξύ των άκρων. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα των κεντρικοποιημένων mainframes και terminals, των mini-computers που οδήγησαν στα home computers, των client-server εφαρμογών με diskless workstations, των web εφαρμογών που απαιτούσαν μόνο έναν thin client (browser), των apps που κατέβασαν τις εφαρμογές πάλι στα smartphones. Πολλές φορές ακούσαμε για μια τεχνολογία που “είναι το μέλλον” και θα επικρατήσει, αλλά στην πραγματικότητα, η εξέλιξη είναι διαρκής και οδηγεί σε αλλαγή φιλοσοφίας μεταξύ centralized και distributed περιβάλλοντος».