Στόχος μιας διαδικασίας ελέγχου είναι η εξεύρεση, κατά το δυνατόν, των περισσότερων λαθών και ατελειών, με απώτερο ζητούμενο τη βελτιστοποίηση του προϊόντος που υπόκειται τον έλεγχο.

Έχοντας αυτό κατά νου θα μπορούσαμε εύκολα, και ίσως λίγο αβίαστα, να συμπεράνουμε πως όσο περισσότερος έλεγχος επιβάλλεται, τόσο καλύτερο είναι το τελικό αποτέλεσμα. Το συμπέρασμα αυτό αποτελεί πλάνη, καθώς δεν συνυπολογίζει τις πιθανές αστοχίες που μπορεί να υπάρχουν στη διαδικασία ελέγχου, αυτή καθαυτή. Το γεγονός αυτό είναι κύριας σημασίας, ειδικά στο λογισμικό όπου η ύπαρξη ατελειών είναι μάλλον δεδομένη ακόμα και σε παραγωγικά συστήματα, χωρίς αυτό να μεταφράζεται απαραίτητα σε ουσιαστικά λειτουργικά προβλήματα.

Εξάλλου ο βαθμός κάλυψης του ελέγχου δεν είναι πάντα προφανής, καθώς υπόκειται στη γενικότερη ασάφεια του αντικειμένου, όταν αυτό είναι άυλο και περιγράφεται μόνο μέσω θεωρητικών μοντέλων και διαγραμμάτων όπως στο λογισμικό. Παράδειγμα ανεξέλεγκτης εφαρμογής διαδικασιών ελέγχου είναι ο προκαθορισμός της εργασίας του ελέγχου με τρόπο στατικό, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αναπροσαρμογής με βάση τα αποτελέσματα του. Όταν μια ομάδα ελέγχου βρίσκει ελάχιστα bugs τότε ή ψάχνει σε λάθος τόπο ή ψάχνει με λάθος τρόπο ή –σπανιότερα- δεν έχει νόημα να συνεχίσει να ψάχνει. Σε κάθε περίπτωση η συνέχεια αυτής της εργασίας χωρίς τις απαραίτητες αναπροσαρμογές απλώς θα προσθέσει κόστος στο έργο ή στο προϊόν χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Ελλιπής πληροφόρηση για τη συνολικότερη λειτουργία και χρήση μιας εφαρμογής υπό έλεγχο είναι επίσης κλασική περίπτωση κακής εφαρμογής ελέγχου. Για παράδειγμα, δύο διεργασίες, όπου η μία τρέχει μηνιαία για πληροφοριακούς σκοπούς ενώ η άλλη καθημερινά για λογιστικούς, προφανώς δεν πρέπει να τυγχάνουν την ίδια προσοχή από την ομάδα ελέγχου, αρκεί βέβαια να υπάρχει η πληροφόρηση ως προς τη σχετική σημασία αυτών των διεργασιών. Προς αποφυγή τέτοιων καταστάσεων είναι σημαντικό οι ίδιες οι διαδικασίες ελέγχου, πρώτα από οτιδήποτε άλλο, να υπόκεινται σε λεπτομερή και εξειδικευμένο έλεγχο.