Τα αποτελέσματα διεθνούς έρευνας με αντικείμενο τις ψηφιακές δεξιότητες των εκπαιδευτικών, που πραγματοποίησε για λογαριασμό του Ιδρύματος Vodafone η εταιρία ερευνών IPSOS, δόθηκαν την Πέμπτη στη δημοσιότητα, αναδεικνύοντας το υπαρκτό ψηφιακό χάσμα και τις διαφορετικές οπτικές, όσον αφορά στη χώρα μας. Στην ανακοίνωση, αλλά και στη συζήτηση που ακολούθησε, ήταν παρούσα η υπουργός Παιδείας & Θρησκευμάτων, Νίκη Κεραμέως, η οποία χαιρέτησε, άκουσε, σημείωσε και σχολίασε τα ευρήματα, αλλά και όσα συνεισέφεραν στη δημόσια συζήτηση επ’ αυτών, ο Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της Vodafone Ελλάδας και πρεσβευτής του Ιδρύματος Vodafone, Χάρης Μπρουμίδης, ο Διευθυντής Πληροφορικής του MIT Media Lab -επίσης πρεσβευτής του Ιδρύματος Vodafone- Μιχάλης Μπλέτσας, ο Καθηγητής & Κοσμήτορας της Σχολής Θετικών Επιστημών & Τεχνολογίας του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, Αχιλλέας  Καμέας, και η Γενική Διευθύντρια & Συνιδρύτρια του Μη-Κερδοσκοπικού-Οργανισμού Unique Minds, Διάνα Βουτυράκου, με συντονιστή τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα.

Η έρευνα κατέδειξε ότι οι λειτουργοί της Α’βάθμιας και Β’βάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα θεωρούν ότι στην πλειονότητά τους διαθέτουν πολύ καλό επίπεδο δεξιοτήτων στην Πληροφορική, με αποτέλεσμα η χώρα μας να κατακτά μία ιδιαίτερα υψηλή θέση στην Ευρώπη. Επιπλέον, διαπιστώνουν ότι δεξιότητες όπως η υπευθυνότητα, η εξοικείωση με τα ψηφιακά μέσα, η προσαρμοστικότητα και η ευελιξία θεωρούνται οι πιο σημαντικές σε μια ψηφιακή κοινωνία. Όμως, αναγνωρίζουν ότι υπάρχει χάσμα μεταξύ της συνάφειας ορισμένων ικανοτήτων και της δυνατότητας των σχολείων να τις προάγουν, όπως πρέπει.

Έλλειμα στον ψηφιακό γραμματισμό
Σε σχέση με τις ήπιες δεξιότητες, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί θεωρούν τα σχολεία μας καλά προετοιμασμένα για να προωθήσουν εκείνες της υπευθυνότητας και της επικοινωνίας. Αντίθετα, διαπιστώνουν ελλείμματα στην προώθηση της αυτό-οργανωμένης μάθησης και του ψηφιακού γραμματισμού. Στα δύο αυτά θέματα, οι Έλληνες εκπαιδευτικοί βαθμολογούν τα σχολεία τους χειρότερα από τους συναδέλφους τους στην Ευρώπη, με την κατάσταση να είναι κάπως καλύτερη στα λύκεια, τα θεωρούν υπεύθυνα όσον αφορά στην προετοιμασία των νέων για τις τεχνολογικές απαιτήσεις ενός ψηφιακού μέλλοντος και, επιπλέον, πιστεύουν ότι τόσο οι οικογένειες, όσο και τα σχολεία έχουν την ευθύνη για την ανάπτυξη των συναισθηματικών και κοινωνικών δεξιοτήτων των μαθητών, ώστε να προσαρμοστούν στο αύριο της τεχνολογίας, διαφοροποιούμενοι από τους ξένους συναδέλφους σ’ ό,τι αφορά στο ρόλο του σχολείου, στο πλαίσιο αυτής της μετάβασης.

Από την πλευρά της και με αφορμή τα ευρήματα της έκθεσης, η υπουργός τόνισε πως απαιτείται σχέδιο με ορίζοντα 20ετίας, με απώτερο στόχο «η επόμενη γενιά να είναι πολύ καλύτερη από τη δική μας», υπογράμμισε ότι παράλληλα με τις ψηφιακές δεξιότητες χρειάζεται να καλλιεργηθούν και οι ήπιες, ώστε να αναπτυχθεί η κριτική σκέψη και το ομαδικό πνεύμα στους μαθητές, και τέλος ανακοίνωσε ότι ενεργοποιείται πλέον, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, και η ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

Συνεργασία με το ΕΑΠ
Στην ίδια εκδήλωση, ανακοινώθηκε επίσης η ένταξη ενός πρωτοποριακού δωρεάν Εκπαιδευτικού Προγράμματος Σπουδών στο ευρύτερο φιλόδοξο πρόγραμμα του Ιδρύματος Vodafone (που φέτος συμπληρώνει 20 χρόνια δραστηριοποίησης στη χώρα μας) για εκμάθηση δεξιοτήτων STE(A)M, με αποδέκτη ενεργούς ή μέλλοντες εκπαιδευτικούς. Το νέο πρόγραμμα, διάρκειας 130 ωρών, θα «τρέξει» σε συνεργασία με την ομάδα DAISSy του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, τον εκπαιδευτικό Μη-Κερδοσκοπικό-Οργανισμό ‘Επιστήμη Επικοινωνία’ (SciCo) και την Ελληνογερμανική Αγωγή, ενώ οι επιμορφούμενοι που θα το ολοκληρώνουν επιτυχώς θα λαμβάνουν την αντίστοιχη πιστοποίηση, καθώς και 5,2 ακαδημαϊκές μονάδες ECTS.

Όπως το περιέγραψε ο κ. Καμέας, το νέο πρόγραμμα βασίζεται στην ομαδική εργασία και την ανάπτυξη της αναλυτικής σκέψης για την επίλυση αυθεντικών, σύνθετων συνδυαστικών προβλημάτων της σύγχρονης ζωής και απαντά στην αναγκαιότητα εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών (με τη λογική train the trainers) της Β’βάθμιας εκπαίδευσης. Το ζητούμενο είναι να καλλιεργήσουν τις δεξιότητες και ικανότητες που απαιτούνται για τη διδασκαλία θεμάτων STEM σε συνδυασμό με τις «πράσινες» δεξιότητες των ίδιων και των παιδιών και τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου, ελκυστικού μαθησιακού περιβάλλοντος στην τυπική (και μη) εκπαίδευση, το οποίο θα προετοιμάζει τη μαθητική κοινότητα για να ανταπεξέλθει στις υψηλές απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής και της αγοράς εργασίας.