Σύμφωνα με τη παγκόσμια έρευνα “Global IT Trust”, τα διοικητικά στελέχη των εταιρειών δεν εμπιστεύονται το ΙΤ, όσον αφορά την ικανότητα του να αποφεύγει τις απρογραμμάτιστες διακοπές, τις διαρροές ασφάλειας και την απώλεια δεδομένων.

Oι μάνατζερ παγκοσμίως δεν εμπιστεύονται όσο θα έπρεπε τη Διεύθυνση Πληροφορικής της εταιρείας τους, αμφισβητώντας την ικανότητά της να διαχειριστεί αποτελεσματικά καθήκοντά όπως είναι η διασφάλιση της συνεχούς λειτουργίας, τα προηγμένα συστήματα ασφάλειας και οι ενσωματωμένες λύσεις backup και recovery. Aυτό ήταν το εντυπωσιακό αποτέλεσμα της έρευνας “Global IT Trust Curve”, η οποία διεξήχθη από το ανεξάρτητο ινστιτούτο ερευνών αγοράς Vanson Bourne σε 16 χώρες.

Oπως καταγράφει η έρευνα, η μεγαλύτερη τεχνολογική ωριμότητα καταγράφεται στην Κίνα. Οι Κινέζοι Διευθυντές Πληροφορικής ενσωματώνουν τις περισσότερες τεχνολογίες στην IT υποδομή, εξασφαλίζουν τη συνεχή λειτουργία της, προσφέρουν μεγάλα επίπεδα ασφάλειας και την άρτια λειτουργία των συστημάτων backup & recovery. Η δεύτερη θέση καταλαμβάνεται από τις ΗΠΑ, ενώ ακολουθούν η Νότια Αφρική και η Βραζιλία. Εντυπωσιακό είναι, επίσης, το γεγονός ότι στη τελευταία θέση (16η) του IT Trust Curve βρίσκεται η προηγμένη τεχνολογικά Ιαπωνία.

Συνολικά, πάντως, οι περισσότερες επιχειρήσεις δείχνουν να έχουν ένα χαμηλό βαθμό τεχνολογικής ωριμότητας. Το 57% των περιπτώσεων, ήτοι περισσότεροι από τις μισές, ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία, ενώ μόλις 8% διατηρούν μια ηγετική θέση σε αυτόν τον τομέα. Οι εταιρείες που διαθέτουν το μεγαλύτερο βαθμό τεχνολογικής ωριμότητας έχουν αναπτύξει ήδη, με μεγαλύτερη πιθανότητα από τις άλλες, στρατηγικά και προηγμένα τεχνολογικά projects, όπως είναι τα Big Data Analytics. Εντύπωση προκαλεί, επίσης, η χαμηλή εκτίμηση για την υποδομή ΙΤ των εταιρειών.

Το 45% όλων των ερωτηθέντων, ήτοι σχεδόν οι μισοί, δήλωσαν ότι τα ανώτερα διοικητικά στελέχη της εταιρείας δεν πιστεύουν ότι η εταιρεία τους διαθέτει μηχανισμούς για τη εξασφάλιση της συνεχούς λειτουργίας, της ασφάλειας, όπως και τους κατάλληλους μηχανισμούς backup και recovery. Μόλις των 31% των Ιαπώνων (το χαμηλότερο στην έρευνα) εκτιμά ότι η διοίκηση της εταιρείας τους εμπιστεύεται το ΙΤ. 19% των συμμετεχόντων παγκοσμίως δήλωσε ότι υπάρχει μια γενικότερη έλλειψη εμπιστοσύνης στην υποδομές της εταιρείας τους.

Οι διαφορές μεταξύ CEO και CIO Η έρευνα καταδεικνύει ξεκάθαρες διαφορές στον τρόπο που οι Διευθυντές Πληροφορικής και η Διοίκηση της εταιρείας αντιλαμβάνεται τις βελτιώσεις στο ΙΤ. Συνολικά, το 70% των IT Managers εκτιμούν ότι η Διεύθυνση Πληροφορικής δίνει τα κίνητρα και αποτελεί τον οδηγό για μελλοντικά ανθεκτικές και ασφαλείς υποδομές ΙΤ. Το σχετικό ποσοστό στους CEOs υποχωρεί στο 50%. Ενα παρόμοιο χάσμα αντιλήψεων καταγράφεται για αρμοδιότητες του ΙΤ, όπως είναι η ασφάλεια. Συνολικά το 23% των ερωτηθέντων παγκοσμίως πιστεύουν ότι τους τελευταίους δώδεκα μήνες έπεσαν θύματα ενός περιστατικού παραβίασης ασφάλειας.

Αυτό το ποσοστό ανέρχεται στο 27% όσον αφορά τους CIOs, ενώ πέφτει στο 19% όσον αφορά τη Διοίκηση της εταιρείας. Αυτό φανερώνει ότι οι τελευταίοι δεν έχουν μια εικόνα για όλα τα τεχνικά προβλήματα, τα οποία επιδρούν στην ομαλή λειτουργία της επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις με μεγάλο βαθμό τεχνολογικής ωριμότητας μπορούν να αποφύγουν καλύτερα τα κρίσιμα συμβάντα και να ανακάμψουν γρηγορότερα από τις συνέπειές τους, καταγράφοντας παράλληλα και λιγότερα περιστατικά: το 53% των επιχειρήσεων που ανήκουν στην κατηγορία των ηγετών του IT Trust Curve αναφέρουν ότι ο χρόνος για την ανάκτηση δεδομένων των σημαντικότερων εφαρμογών τους ανέρχεται σε λίγα λεπτά ή είναι πολύ μικρός. Αυτό το ποσοστό πέφτει στο 28% όσον αφορά τις υπόλοιπες επιχειρήσεις.

Σχεδόν το ένα τρίτο (78%) των ηγετικών εταιρειών πιστεύουν ότι μπορούν να ανακτήσουν το 100% των χαμένων αρχείων, ενώ στις εταιρείες που διαθέτουν τη μικρότερη τεχνολογική ωριμότητα το σχετικό ποσοστό αγγίζει μόλις το 44%. Τα περιστατικά ασφαλείας κοστίζουν πολύ Οι διαρροές ασφαλείας συνεπάγονται, παγκοσμίως, τα μεγαλύτερη κόστη. Ο μέσος όρος των οικονομικών ζημιών που προκλήθηκαν από περιστατικά διαρροών ασφαλείας μέσα στους 12 τελευταίους μήνες ανέρχεται στα 860.273 δολάρια. Οι ζημιές ένεκα της απώλειας δεδομένων ανέρχονται στα 582.892 δολάρια και οι απώλειες που προκαλούνται από το downtime ανέρχονται στα 494.037 δολάρια. Οι απρογραμμάτιστες διακοπές, οι διαρροές ασφαλείας και οι απώλειες δεδομένων έχουν εξαπλωθεί πολύ.

Το 61% όλων των συμμετεχόντων επιχειρήσεων κατέγραψαν μέσα στους δώδεκα τελευταίους μήνες τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα περιστατικά: 37% απρογραμμάτιστες διακοπές, 23% διαρροές ασφαλείας και 25% απώλειες δεδομένων. Οι τέσσερις πιο συχνά κατονομαζόμενες συνέπειες των συμβάντων ήταν: στο 45% των περιπτώσεων μείωση της παραγωγικοτήτας των εργαζομένων και στο 39% απώλειες τζίρου, μείωση της εμπιστοσύνης ή της πιστότητας των πελατών. Οι περιορισμοί στο budget αναφέρθηκαν, σε ποσοστό 52% παγκοσμίως, ως το σημαντικότερο εμπόδιο για τη διατήρηση της λειτουργίας, την αποτελεσματική χρήση λύσεων ασφαλείας και μηχανισμών backup και recovery.

Τα προβλήματα με τους πόρους και το φόρτο εργασίας ακολουθούν στη δεύτερη θέση, με 35%, ενώ ο ελαττωματικός σχεδιασμός (33%) και οι ελλιπείς γνώσεις- ετοιμότητα (32%), ακολουθούν στις τρίτη και τέταρτη θέση αντίστοιχα. Η Κίνα ήταν η μοναδική χώρα, στην οποία το μειωμένο budget δεν αποτελούσε σημαντικό εμπόδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, τα κυριότερα εμπόδια ήταν τα προβλήματα με τους πόρους και/ή ο φόρτος εργασίας. Οπως φαίνεται από την έρευνα, υπάρχουν ενθαρρυντικά σημάδια για την πλειοψηφία των οργανισμών που βρίσκονται στη βάση και στο μέσο της καμπύλης τεχνολογικής ωριμότητας – για το ότι κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Οι περισσότεροι από αυτούς τους οργανισμούς σχεδιάζουν να εκμεταλλευτούν (ή εκμεταλλεύονται) τις νέες τεχνολογίες για να βελτιώσουν τις IT υποδομές τους και να αποκτήσουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που θα τους δώσει αυτό το γεγονός. Εν κατακλείδι, η μελέτη της Vanson Bourne ποσοτικοποίησε με γλαφυρό τρόπο τόσο τα οφέλη από τη βελτίωση, όσο και τις αρνητικές συνέπειες που προκύπτουν από τη μη βελτίωση της υποδομής ΙΤ.

Η έρευνα
Στο πλαίσιο της έρευνας έγιναν 3.200 συνεντεύξεις με 1.600 στελέχη του ΙΤ και 1.600 decision makers από τις εξής χώρες: ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Καναδάς, Βραζιλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Ρωσία, Ινδία, Νότια Αφρική, Αυστραλία, Ιαπωνία, Κίνα, Σκανδιναβικές χώρες και τις χώρες της Benelux (Βέλγιο, Κάτω Χώρες, Λουξεμβούργο). Oι ερωτηθέντες απασχολούνται σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε δέκα διαφορετικούς παραγωγικούς τομείς, με το 50% εξ αυτών σε εταιρείες από 100-1.000 εργαζόμενους και το υπόλοιπο 50% σε εταιρείες με πάνω από 1.000 εργαζόμενους.

Για τη δημιουργία της καμπύλης τεχνολογικής ωριμότητας, οι Διευθυντές Πληροφορικής κλήθηκαν να απαντήσουν σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που σχετίζονται με την υποδομή ΙΤ σε τρεις διαφορετικούς πυλώνες, ήτοι τη συνεχή διαθεσιμότητα, την προηγμένη ασφάλεια και το ενσωματωμένο backup και recovery. Για κάθε ένα από αυτά τα sections, οι ερωτηθέντες διατύπωσαν την άποψη τους για τεχνολογίες που χρησιμοποιούν ήδη στον οργανισμό τους και όχι για οτιδήποτε βρίσκεται σε φάση σχεδιασμού.