Την επίδραση της ραγδαία αναπτυσσόμενης (και επεκτεινόμενης προς πάσα κατεύθυνση) τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ, Artificial Intelligence)σε διάφορες πτυχές του Δικαίου και των νομικών επαγγελμάτων προσπάθησε να ανιχνεύσει το 5ο Συνέδριο του νομικού περιοδικού ΔιΜΕΕ, που πραγματοποιήθηκε πριν από λίγες ημέρες στην Αθήνα, με τίτλο «Τεχνητή Νοημοσύνη & Δίκαιο – Περιορισμοί, Προκλήσεις, Προοπτική».

Οι κεντρικοί ομιλητές Giovanni Butareli (European Data Protection Supervisor) και Cornelia Kutterer (Senior Director, EU Government Affairs & Public Policy της Microsoft) εστίασαν στην σπουδαία ευκαιρία να αναπτυχθούν συστήματα, τα οποία θα αξιοποιούν τις τεράστιες βάσεις δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί, με τρόπο που θα καταστήσει την ΑΙ πολύτιμο αρωγό του σύγχρονου ανθρώπου και όχι μέσο αποξένωσής του από τον έλεγχο της ζωής του. Σημαντικό βήμα για την επίτευξη αυτού του στόχου αποτελεί η ύπαρξη προτύπων και σωστού σχεδιασμού κι είναι στο χέρι των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας -όπως τονίσθηκε- να επιβάλλουν την «ηθική χρήση» της ΑΙ.

Σ’ ό,τι αφορά, δε, στα ζητήματα που ανακύπτουν για το δίκαιο της διανοητικής ιδιοκτησίας και την προστασίας της προσωπικότητας, οι συμμετέχοντες στις αντίστοιχες συνεδρίες είχαν την κοινή αντίληψη ότι κάθε πνευματικό έργο και κάθε είδηση, ακόμα κι αν είναι προϊόν μηχανικής λειτουργίας (δηλ. έχει «γραφτεί» από Η/Υ), έχει ως βάση του μία ανθρώπινη συμπεριφορά και επιλογή και θα μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να αποδοθεί στον άνθρωπο που αποφασίζει για τη δημιουργία του – αυτό, μάλιστα, είναι το κλειδί για τη σωστή ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων.

Ο δικηγόρος, μέλος της οργανωτικής επιτροπής και πρόεδρος της Ένωσης για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων & Ιδιωτικότητας, Σπύρος Τάσσης, χαρακτήρισε -μιλώντας στο NetFAX- το συνέδριο ιδιαίτερα επιτυχημένο καθώς «οι συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία να ακούσουν ομιλητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό, οι οποίοι τους παρουσίασαν τα βασικά χαρακτηριστικά της AI και ανέλυσαν τα πιθανά προβλήματα, αλλά και τις ευκαιρίες που αναδύονται από το νέο πλαίσιο αλληλεπίδρασης των ανθρώπων με τη μηχανική σκέψη».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν, επίσης τα συμπεράσματα σ’ ό,τι αφορά στην επίδραση στο νομικό επάγγελμα: ενώ αρχικά αναγνωρίζεται ότι η ΑΙ θα αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για την εργασία των νομικών (δικηγόρων και δικαστών), αναδεικνύονται επίσης οι σημαντικές δυσκολίες που ανακύπτουν λόγω της περιορισμένης χρήσης από νομικούς στις μικρές χώρες (όπως πχ. η Ελλάδα ή η Ουγγαρία) αφού τόσο η γλώσσα, όσο και ο αριθμός των νομικών δεδομένων σ’ αυτές δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη μεγάλων συστημάτων ΑΙ, οδηγώντας σε διακρίσεις εις βάρος τους, στο πλαίσιο μιας κοινής αγοράς νομικών υπηρεσιών.

Παράλληλα, έγινε κατανοητό ότι δεν απέχει πολύ η εποχή κατά την οποία πολλοί άνθρωποι θα απευθύνονται για την επίλυση λιγότερο σύνθετων νομικών ζητημάτων σε αυτόματα συστήματα ΑΙ και όχι σε δικαστές και δικηγόρους, αν και τονίστηκε ότι ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση, δεν θα είναι δυνατό να υποκατασταθούν τα συγκεκριμένα επαγγέλματα σ’ ό,τι αφορά σε νομικές διαφορές, στην επίλυση των οποίων σημαντικό ρόλο παίζουν η ηθική αξιολόγηση και η συνείδηση. Τέλος, όλοι οι ομιλητές συμφώνησαν ότι η προοπτική οι μελλοντικές δίκες να στηρίζονται σε αλγόριθμους επιμέτρησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς και η ενοχή ή όχι ενός ανθρώπου να πιθανολογείται με βάση μηχανικές αναλύσεις στατιστικών στοιχείων, είναι δυνατό να οδηγήσει σ’ ένα δυστοπικό περιβάλλον απονομής της δικαιοσύνης.