Μετά από μια περίοδο σημαντικής άνθησης για το outsourcing, η ανάγκη επανάκτησης του ελέγχου ωθεί τις εταιρείες να ξανασκεφτούν σοβαρά την επαναφορά του IT στο εσωτερικό τους.

Οπως καταγράφεται στη σχετικά πρόσφατη μελέτη “From Bangalore to Boston – the trend of bringing IT back in-house” της Deloitte, υπάρχουν τρεις βασικές αιτίες για να πάρει μια εταιρεία την απόφαση του Insourcing.

Υψηλότερη ποιότητα υπηρεσιών και ικανοποίηση πελατών
Το ισχυρότερο κίνητρο για το Insourcing αποτελεί η επιθυμία για τη βελτίωση της ποιότητας υπηρεσιών του ΙΤ και της ικανοποίησης των πελατών, καθώς η ποιότητα των υπηρεσιών του outsourcing συχνά δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες – για παράδειγμα, λόγω της έντονης τυποποίησης από την πλευρά του εξωτερικού παρόχου. Το τελευταίο μπορεί να επιδρά θετικά, ωστόσο επηρεάζει αρνητικά την παρεχόμενη ποιότητα. Στο Insourcing πολλές εταιρείες βλέπουν ένα αποτελεσματικό μέσο για τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών και της ικανοποίησης των πελατών.

Βελτιώσεις στον έλεγχο
Ενα δεύτερο κίνητρο είναι η επιδίωξη βελτίωσης του ελέγχου σε καθορισμένες λειτουργίες του ΙΤ. Το θέμα του ελέγχου παίζει πάντα ένα σημαντικό ρόλο στο outsourcing. Συχνά, ο έλεγχος χάνεται σε πολύ μεγάλα έργα λόγω της προτεραιότητας που δίνεται στη μείωση του κόστους ή σε άλλες στρατηγικές πτυχές. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα outsourcing υπηρεσιών του ΙΤ με στρατηγικές λειτουργίες, προκαλώντας μια δυσμενή απώλεια ελέγχου. Ανάλογα με το είδος και τη βιομηχανία του outsourcing, προβληματισμοί που σχετίζονται με κανόνες συμμόρφωσης επηρεάζουν την αναγκαιότητα επιδίωξης απόκτησης καλύτερου ελέγχου. Αντίθετα, το Insourcing αυξάνει τις δυνατότητες ελέγχου και διευθετεί αποτελεσματικά τα σχετικά προβλήματα.

Μείωση κόστους
Η μείωση κόστους αποτελεί το κυριότερο κίνητρο για το outsourcing. Ως εκ τούτου αποτελεί παράδοξο ότι αποτελεί ταυτόχρονα κίνητρο και για το Insourcing. Και αυτό διότι, όχι σπάνια, αρχικά πέφτουν τα κόστη με το outsourcing, ωστόσο, με αντίτιμο συχνά τη μείωση στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχει μια ενίσχυση των αιτημάτων αλλαγών (Change Requests), τα οποία προκαλούν μια ταχύτατη αύξηση του κόστους, κάνοντας γρήγορα το outsourcing αναποτελεσματικό (όσον αφορά το κόστος).

Οι κίνδυνοι
Σύμφωνα με τη μελέτη της Deloitte, σχεδόν τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις δηλώνουν ικανοποιημένες ή πολύ ικανοποιημένες από το Insourcing. Αυτό και μόνο δηλώνει ότι το Insourcing αποτελεί μια σοβαρή εναλλακτική λύση. Παρ’ όλο αυτά, θα πρέπει πριν πάρει κανείς μια απόφαση για το Insourcing να λάβει υπόψη τα εξής: * Πρέπει η εταιρεία να κατέχει επαρκές know-how. Διαφορετικά μπορεί να δημιουργηθούν δυσάρεστα και κοστοβόρα “bottlenecks”. * Οι επιχειρήσεις πρέπει να φροντίσουν, ώστε να μπορούν να παρακολουθούν τις ταχύτατες εξελίξεις του ΙΤ. Γιατί όταν επιστρέψουν στο Insourcing δεν θα μπορούν, πλέον, να βασίζονται στην έξωθεν βοήθεια. * Η απόδοση του outsourcing τεκμηριώνεται ξεκάθαρα μέσω των Service Level Agreements (SLAs). Επειδή κάτι αντίστοιχο αποφεύγεται, συνήθως, στο Insourcing, ελλοχεύει ένας αυξημένος κίνδυνος αρνητικής επίδρασης στην ποιότητα. * Ενας, επιπλέον, κίνδυνος τίθεται από την «τυφλή» λειτουργία. Μια κατά το δυνατό αντικειμενική ματιά στις εσωτερικές διαδικασίες και δομές δεν είναι πάντα εγγυημένη στο Insourcing, με αποτέλεσμα να παραβλέπονται οι δυνατότητες βελτίωσης και τα δυνητικά κέρδη αποδοτικότητας και, ως επακόλουθο, να πέφτει η ικανότητα της επιχείρησης να καινοτομήσει.

Outsourcing ή Insourcing;
Τα σημαντικότερα κίνητρα για να εγκαταλείψει μια εταιρεία το outsourcing αποτελούν η βελτίωση της ποιότητας υπηρεσιών, της ικανοποίησης των πελατών, του ελέγχου, όπως και η μείωση του κόστους. Ωστόσο, για να επιλεγεί το Insourcing θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι υπάρχει αρκετό Know-how από τις επιχειρήσεις για να το εφαρμόσουν, ότι μπορεί να υποστηριχθούν βελτιώσεις και καινοτομίες και ότι η ποιότητα των υπηρεσιών δεν «πάσχει» από την έλλειψη κανονιστικών ρυθμίσεων.