Ο αγώνας στο δίκτυο θέλει τον network manager «νικητή» τόσο σε επίπεδο διαθεσιμότητας, όσο και απόδοσης.

Όταν μια επιχείρηση θέλει να αυξήσει τα ποσοστά διαθεσιμότητας του δικτύου της, τότε επενδύει συνήθως στην εφαρμογή εργαλείων και διαδικασιών fault management. Ωστόσο, αν και κανείς δεν θα αμφισβητήσει την κρισιμότητα της διαχείρισης της διαθεσιμότητας, τα ποσοστά αξιοπιστίας στον τομέα αυτό φτάνουν πλέον συχνά το 99,9%.

Ταυτόχρονα, όμως, η κίνηση στο δίκτυο αυξάνει τόσο όσον αφορά τον όγκο, όσο και την πολυπλοκότητα δημιουργώντας προβλήματα απόδοσης. Γι’ αυτό και όποια προσπάθεια γίνεται σε επίπεδο διαχείρισης δικτύου, θα πρέπει να εστιάζει στην απόδοση -και όχι απλά στη διαθεσιμότητα.

Το σωστό πλάνο επίθεσης
Το θέμα της απόδοσης του δικτύου και των εφαρμογών απασχολεί πολλές επιχειρήσεις σε μια εποχή όπου ο αριθμός και ο τύπος των συσκευών που συνδέονται στο εταιρικό δίκτυο αυξάνεται και αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς. Σαν αποτέλεσμα, η τελική ευθύνη για την απόδοση των εφαρμογών βαραίνει τους υπεύθυνους του δικτύου. Οι μετρήσεις της διαθεσιμότητας και της χρήσης του δικτύου από μόνες τους δεν επαρκούν πλέον για την αξιολόγηση της «υγείας» του και για τη λήψη σωστών αποφάσεων διαχείρισης.

Οι υπεύθυνοι δικτύων θα πρέπει να μετατοπίσουν την προσοχή τους από το fault management -μία περιοχή που είναι ήδη υπό έλεγχο- και να στραφούν στη διαχείριση της απόδοσης του δικτύου, με στόχο τη βελτίωση του επιπέδου των υπηρεσιών αλλά και της σχέσης τους με το business. Κρίσιμο σημείο για την επίτευξη των στόχων αυτών είναι η εφαρμογή service level agreements (SLAs) σχετικά με την απόδοση των εφαρμογών.

Τα σχετικά νούμερα σηματοδοτούν τον επιθυμητό στόχο και αποτελούν ένα μέτρο αποτίμησης της προόδου που σημειώνεται.

Η σχετικότητα της απόδοσης
Η έννοια της απόδοσης είναι σαφώς σχετική. Κι αυτό το καταλαβαίνει κανείς θέτοντας το εξής απλό ερώτημα: Τα τρία δευτερόλεπτα, αποτελούν ικανοποιητικό χρόνο απόκρισης μιας εφαρμογής; Η απάντηση, σαφώς, είναι «εξαρτάται». Εάν ο τυπικός χρόνος απόκρισης της συγκεκριμένης εφαρμογής είναι ένα δευτερόλεπτο, τότε τα τρία δεύτερα δεν είναι καθόλου ικανοποιητικά.

Για την ίδια μέτρηση, διαφορετικές περιστάσεις οδηγούν σε διαφορετικές απαιτήσεις και προσδοκίες. Η απόδοση προσδιορίζεται σε συνάρτηση είτε με προηγούμενη εμπειρία (ότι, για παράδειγμα, η συγκεκριμένη σελίδα χρειάστηκε 15 δευτερόλεπτα για να κατέβει χθες) ή με τις μεταβαλλόμενες προσδοκίες των χρηστών. Πολλοί εργαζόμενοι σήμερα, για παράδειγμα, περιμένουν από μια εφαρμογή ERP ή CRM να τρέχει με την ίδια ταχύτητα όπως το Google. Αυτό που ενοχλεί τους χρήστες είναι οι μεγάλες αποκλίσεις όσον αφορά την απόδοση.

Γι’ αυτό και το πρώτο μέλημα του υπεύθυνου διαχείρισης δικτύου είναι ο εντοπισμός των σημείων του δικτύου όπου προκύπτουν σημαντικές αστάθειες ως προς την απόδοση.

Η καλύτερη ένδειξη σχετικά με την απόδοση των εφαρμογών όπως τη βιώνει ο τελικός χρήστης είναι η μέτρηση των χρόνων απόκρισης μέσα από την παρακολούθηση της πραγματικής κίνησης των δεδομένων.

Τα υψηλά ποσοστά χρήσης αποτελούν πρόβλημα μόνο όταν έχουν πραγματικό αντίκτυπο στην απόδοση των εφαρμογών. Η μέτρηση των χρόνων απόκρισης (και όχι χρήσης) συμβάλει στην αποτελεσματικότερη παρακολούθηση της απόδοσης του δικτύου.

Σωστό «μαρκάρισμα»
Η αύξηση του bandwidth δε δίνει αυτόματα τη λύση σε όλα τα προβλήματα απόδοσης. Θα πρέπει πρώτα να βεβαιωθούμε ότι έχουμε κατανοήσει τα αίτια που προβλήματος πριν να πάρουμε διορθωτικά μέτρα. Οι τυχόν καθυστερήσεις μπορεί, για παράδειγμα, να οφείλονται στον server, την εφαρμογή ή ακόμα και το transit path. Η δυνατότητα μέτρησης των σωστών μετρικών απόδοσης είναι κρίσιμη.


Και άμυνα, και επίθεση
Το δίκτυο της υποδομής Πληροφορικής δεν λειτουργεί -προς το παρόν, τουλάχιστον- σαν το δίκτυο ύδρευσης ή ηλεκτροδότησης. Η κατανόηση και η σωστή διαχείριση του TCP (transmission control protocol) είναι κρίσιμη για τη μεγιστοποίηση της απόδοσης των εφαρμογών και υπηρεσιών οι οποίες εξαρτιόνται με τη σειρά τους από την αξιόπιστή του φύση. Οι υπεύθυνοι για την απόδοση των εφαρμογών θα πρέπει να συνεργάζονται σωστά με τους developers αυτών ώστε να κατανοούν τα κλειδιά για την καλύτερή τους απόδοση ή και να μεριμνούν ώστε να αναπτύσσονται εξαρχής με τα κατάλληλα «βελτιωτικά».

Το σκορ
Η ατάκα «το δίκτυο σέρνεται» είναι, για κάποιο λόγο, η αγαπημένη κάθε χρήστη και για κάθε περίπτωση όπου οτιδήποτε δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους όσον αφορά την ταχύτητα λειτουργίας. Γιατί, όμως, να φταίει πάντα και για όλα ο υπεύθυνος δικτύου; Ο τρόπος για να αποδείξει την αθωότητά του είναι τα performance metrics, τα οποία και αποδεικνύουν εάν πρόκειται για θέμα που σχετίζεται με το δίκτυο -ή όχι.

Ακόμα και αν πρόκειται για πρόβλημα του δικτύου, θα έχουν στη διάθεσή τους τα δεδομένα που εξηγούν τα αίτια του προβλήματος και επιτρέπουν την επίλυσή του. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται, κάθε υπάλληλος που χρησιμοποιεί το εταιρικό δίκτυο μπορεί να προκαλέσει ένα μποτιλιάρισμα σε αυτό. Κάτι τέτοιο προκαλεί, για παράδειγμα, ένας ιός ή η επίσκεψη μιας δημοφιλούς ιστοσελίδας.

Για να προστατεύσουμε το δίκτυο από τέτοια προβλήματα, χρειαζόμαστε controls τα οποία θα μπλοκάρουν την κίνηση δεδομένων σε κάποια ports. Προκειμένου να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τη σύνθεση της κίνησης στο δίκτυο. Διαφορετικά, θα κλείναμε τα ports αγνοώντας το λόγο για τον οποίον χρησιμοποιούνται.

Προθέρμανση
Τάσεις όπως αυτή της άνθισης των εφαρμογών multimedia, ο αυξανόμενος αριθμός των απομακρυσμένων χρηστών, το άνοιγμα υποκαταστημάτων, η κεντροποίηση των data centres, το software as a service και άλλες, αναγκάζουν τις επιχειρήσεις να βασίζονται στο WAN σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό για τη μεταφορά δεδομένων που είναι κρίσιμα για το business. Εφαρμογές που έχουν σχεδιαστεί για το LAN δεν λειτουργούν εξίσου καλά στο WAN. Το testing είναι εκείνο που επιτρέπει στους υπεύθυνους δικτύου να διαπιστώσουν τη συμπεριφορά των εφαρμογών πριν από το roll out τους.

Το δίκτυο κοστίζει
Σύμφωνα με έρευνα της Aberdeen Group, τα κόστη των δικτύων και της διαχείρισής τους σημειώνουν διαρκή άνοδο. Ο κυριότερος λόγος είναι η συνεχής επέκταση των δικτύων, είτε σαν αποτέλεσμα της γεωγραφικής επέκτασης της εταιρείας είτε της γενικευμένης δίψας για συνδεσιμότητα. Η επιθυμία για μεγαλύτερες ταχύτητες και η σύνδεση ολοένα και περισσότερων συσκευών ανά υπάλληλο, ασκούν τη δική τους πίεση στο δίκτυο. Τα laptops, τα netbooks και τα smartphones απαιτούν όχι απλά πρόσβαση, αλλά και διασφάλιση ικανοποιητικών ταχυτήτων.

Το πρώτο βήμα για τον περιορισμό του κόστους είναι το να πάρει κανείς τον παλμό του δικτύου. Αυτό προϋποθέτει τον εντοπισμό των σημείων στα οποία προκύπτει «μποτιλιάρισμα» όσον αφορά την απόδοση και την εκτίμηση της συνολικής λειτουργίας και αποτελεσματικότητάς του. Η λύση δεν πρόκειται να έρθει απλά και μόνο με τον να δώσει κανείς περισσότερο bandwidth.

Από τη στιγμή που θα διαμορφωθεί μια σωστή και πλήρης εικόνα του τι συμβαίνει στο δίκτυο, υπάρχει μία σειρά από μεθόδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του κόστους -ή και για την πρόληψη της αύξησής τους. Πέρα από τις πρακτικές του consolidation και του virtualization, η ενιαία διαχείριση ενσύρματων και ασύρματων δικτύων μέσα από μία κοινή πλατφόρμα αποτελεί έναν τρόπο για τη μείωση του κόστους και της πολυπλοκότητας.

Αυτό σημαίνει ότι μέσα από μία οθόνη θα πρέπει να παρακολουθείται ταυτόχρονα τόσο η ροή των δεδομένων, όσο και η υπηρεσία VPN, το εργαλείο βελτιστοποίησης WAN κ.λ.π. Παράλληλα, θα πρέπει να γίνεται η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των υφιστάμενων πόρων και επενδύσεων. Εάν, για παράδειγμα, έχετε επενδύσει σημαντικά σε ασύρματα δίκτυα και τεχνολογίες mobility, χωρίς να έχετε κάνει το απαιτούμενο configuration, τότε η επένδυση πηγαίνει χαμένη. Αντίθετα, η έξυπνη αξιοποίηση της υποδομής ενός δικτύου με χρήση διαφορετικών τεχνολογιών overlay επιτρέπει τη μεγιστοποίηση της απόδοσης στην επένδυση.

Τέλος, μία πιθανή λύση για την εξοικονόμηση κόστους είναι και αυτή της εξωτερικής ανάθεσης του network management. Από μελέτη της Aberdeen Group προκύπτει ότι εταιρείες οι οποίες ακολούθησαν την τακτική του outsourcing για τη διαχείριση δικτύου αναφέρουν εξοικονόμηση κόστους της τάξης του 26%.