Στην Ελλάδα, η ώθηση για την αλλαγή από τη σκοτεινή οθόνη του DOS στην πιο θελκτική οθόνη των Windows δεν δόθηκε από τη Microsoft, αλλά από κάποιους ανθρώπους που είδαν τότε ότι αυτό το διαφορετικό κέλυφος θα άλλαζε τον κόσμο των υπολογιστών.

Στην Ελλάδα, η ώθηση για την αλλαγή από τη σκοτεινή οθόνη του DOS στην πιο θελκτική οθόνη των Windows δεν δόθηκε από τη Microsoft, αλλά από κάποιους ανθρώπους που είδαν τότε ότι αυτό το διαφορετικό κέλυφος θα άλλαζε τον κόσμο των υπολογιστών.

Βρισκόμαστε στην οδό Κουμπάρη στο Κολωνάκι, λίγο πριν το τέλος της δεκαετίας του ‘80 και ένας κατ’ ουσίαν μουσικός, προσπαθεί να πείσει ένα ένα σκληρό επιχειρηματία να επενδύσει στον εξελληνισμό των Windows, τα οποία βρίσκονταν τότε στην έκδοση 3.0. Ο μουσικός είναι ο Νοελ Κουτλής και ο επιχειρηματίας είναι ο Θανάσης Πουλιάδης. Περίπου την ίδια περίοδο, γίνονται δύο παρόμοιες προσπάθειες, από τις εταιρείες Μemotek και Computer Logic. Η πρώτη γιατί είχε ήδη λύσεις για εξελληνισμό του DOS και η δεύτερη για να υποστηρίξει τις εμπορικές της εφαρμογές, οι οποίες έτρεχαν σε DOS μέσα στο κέλυφος των Windows.

NW: Νοέλ, ποια ήταν η στάση της Microsoft, όταν την ενημερώσατε ότι θα προχωρήσετε στον εξελληνισμό των Windows;
Νόελ Κουτλής: Η Microsoft δεν είχε τότε καμία παρουσία στην Ελλάδα, αλλά ακόμα και στο γραφείο της στην Ευρώπη απασχολούσε λιγότερα από πέντε άτομα. Αρχικά, δεν έδειξαν ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά και θεωρούσαν ότι με μια συμβολοσειρά, την οποία ενσωμάτωναν τα Windows, οι Έλληνες χρήστες θα μπορούσαν να γράψουν ελληνικά, βέβαια για εκτύπωση στα ελληνικά ούτε λόγος.
Οπότε, ήταν απόφαση του Πουλιάδη να προχωρήσουμε στην επένδυση του εξελληνισμού. Φυσικά, τα πράγματα δεν δούλεψαν ρολόι και έτσι μέχρι και τον επίσημο εξελληνισμό των Windows από τη Microsoft, ο οποίος ήρθε με την έκδοση 95, υπήρχαν αρκετά προβλήματα. Οι αγοραστές χρειάζονταν αρκετή υποστήριξη, είτε από τον Πουλιάδη, είτε από τους πρώτους κατασκευαστές εφαρμογών για Windows.
Με την έκδοση 95, τα προβλήματα λύθηκαν σε μεγάλο ποσοστό, αλλά πρακτικά, η πλήρης συμβατότητα των Windows με ελληνικές εφαρμογές, ήρθε αρκετά αργότερα. Θα έλεγα ότι την τελευταία δεκαετία έχει σταματήσει να μας ενδιαφέρει, ποια έκδοση των Windows θα εγκαταστήσουμε, ώστε να μην έχουμε προβλήματα με τα ελληνικά. Χρειάστηκαν δηλαδή 20 χρόνια μέχρι τα Windows να γίνουν «απλά» για την ευρεία μάζα των αγοραστών στην Ελλάδα.

Ωστόσο, αυτά τα προβλήματα δεν εμπόδισαν τη Microsoft να ακολουθήσει μια πιο επιθετική πολιτική μετά τα Windows 95, η οποία ευνοήθηκε και από την ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας υπολογιστών ή καλύτερα να πούμε των ελληνικών εταιρειών συναρμολόγησης.
Ναι, όταν ξεκίνησε η διάθεση των Windows 95, η Microsoft είχε πλέον αρκετά έντονη παρουσία στην Ελλάδα, έχοντας δημιουργήσει τοπικό γραφείο, το οποίο διαχειρίζονταν και την εμπορική πολιτική σε συνεργασία με τους εμπόρους λογισμικού.
Ο αγοραστής αγόραζε έναν υπολογιστή με DOS, αλλά πληρώνοντας έξτρα τίμημα, μπορούσε να αποκτήσει και μια άδεια χρήσης για να έχει στον υπολογιστή του τα Windows. Άλλωστε, οι εφαρμογές είχαν αρχίσει να πληθαίνουν και παρά το γεγονός ότι υπήρχαν προβλήματα αξιοπιστίας, ακόμα και με εφαρμογές που κατασκεύαζε η ίδια η Microsoft, όπως το Word for Windows για παράδειγμα, αρκετοί αγοραστές, κυρίως από την επιχειρηματική αγορά, επέλεγαν αυτό το κέλυφος για τον υπολογιστή τους.

Έχω την εντύπωση ότι η αγορά άδειας χρήσης δεν ήταν και ο πιο διαδεδομένος τρόπος για να αποκτήσει τότε κάποιος τα Windows.
Πράγματι, το μεγαλύτερο ποσοστό των εγκαταστάσεων, γίνονταν χωρίς την «έγκριση» της Microsoft. Σύμφωνα με τα μεγέθη που ήταν διαθέσιμα εκείνη την περίοδο, ποσοστό άνω του 90% των κατόχων Windows δεν είχαν πληρώσει για την αγορά άδειας χρήσης και αυτό ίσχυε ακόμα και για επιχειρήσεις με δεκάδες υπολογιστές.
Άλλωστε, όσο και αν ακούγεται παράξενο, η τεχνική υποστήριξη των Windows τότε ήταν πιο εύκολη σε σχέση με σήμερα, οπότε λίγο οι φίλοι, λίγο οι κατασκευαστές που ήθελαν να πουλήσουν τις εφαρμογές τους και λίγο τα διαβάσματα από τα διάφορα περιοδικά, έδιναν λύσεις σε προβλήματα, τα οποία συνέχιζαν να είναι πολλά.
Εφαρμογές κόλλαγαν και οι drivers που συνέδεαν διάφορες συσκευές με τα Windows, συχνά δημιουργούσαν περισσότερα προβλήματα από όσα έλυναν. Ήταν μεγάλο άγχος τότε να αναβαθμίσεις driver.

Επιπλέον, ο κόσμος είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι για να τρέχει εφαρμογές Windows και κυρίως για να παίζει παιχνίδια σε Windows, θα έπρεπε να βάζει το χέρι στην τσέπη για αγορά νέου υπολογιστή, το λιγότερο μια φορά κάθε δύο χρόνια. Ωστόσο, ήταν τόσο μεγάλη η ευκολία της χρήσης των εφαρμογών στο κέλυφος των Windows, ώστε τελικά τα προβλήματα αυτά παραβλέπονταν και τα Windows άρχισαν να ενσωματώνονται στη νοοτροπία των Ελλήνων.

Άρα μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι κάπου τότε η Microsoft αποφάσισε να πατάξει την πειρατεία και να ζητήσει τα σπασμένα;
Ναι, είχε έρθει η ώρα η Microsoft να κάνει την απόσβεση της επένδυσης και μάλιστα η στρατηγική της ήταν πολυμέτωπη. Δεν ήταν μόνο οι άδειες χειριστή για τις οποίες απαιτούσε τίμημα, ήταν και οι άδειες server. Με τα Windows NT και τα Windows for Workgroups, η Microsoft μπήκε πιο δυναμικά δυναμικά στο περιβάλλον των επιχειρήσεων, εκτοπίζοντας τη Novell που είχε αρκετή δύναμη εκείνη την περίοδο και διεκδικώντας μερίδιο από το UNIX. Στη στρατηγική της έπαιξε καθοριστικό ρόλο η ανάπτυξη του Internet στην Ελλάδα, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, γιατί μέσω αυτού άρχισε να λειτουργεί η ψηφιακή πιστοποίηση του κλειδιού που συνόδευε την κάθε άδεια, η οποία μέχρι τότε δε γίνονταν καθόλου ή γίνονταν τηλεφωνικά.

Αργότερα, εμφανίστηκε και το αυτόματο update και έτσι όσοι είχαν εγκαταστήσει τα Windows χωρίς άδεια γίνονταν αντιληπτοί από τους servers της Microsoft και αντιμετώπιζαν προβλήματα που από ένα σημείο και μετά γίνονταν ανυπέρβλητα.

Παραπάνω αναφέρθηκες στο UNIX, το οποίο ήταν τότε ένα λειτουργικό αποκλειστικά για την ακαδημαϊκή κοινότητα, τους κρατικούς οργανισμούς και τις επιχειρήσεις. Πώς από αυτήν την κατάσταση βρεθήκαμε στη σημερινή που το Linux και οι κλώνοι του είναι γνωστοί σε ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού;
Το Linux εμφανίστηκε ως μια πρόταση για όσους ήθελαν να ξεφύγουν από το μονόδρομο των κλειστών λειτουργικών συστημάτων, τα οποία κατασκεύαζαν και εμπορεύονταν πολυεθνικές εταιρείες. Ωστόσο, στην αρχική του μορφή ήταν δύσχρηστο, ειδικά σε όσους είχαν συνηθίσει στην ευκολία των παραθύρων και του mouse click, αλλά ακόμα και όταν απέκτησε ένα κέλυφος ανάλογο με αυτό των Windows, ήθελε περισσότερη ενασχόληση από τον χειριστή του και δεν υποστήριζε πολλές από τις διαδεδομένες μέχρι τότε εφαρμογές.

Όμως, με την παρουσία του Linux απέκτησε περισσότερη δύναμη η έννοια του open source λογισμικού. Αρχικά, ο κόσμος δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ότι το freeware, δηλαδή λογισμικό που μπορούσε να χρησιμοποιήσει δωρεάν, ήταν κάτι διαφορετικό από το open source, δηλαδή λογισμικό που πρόσφερε ανοιχτό τον κώδικα του σε όλους.
Ακόμα και σήμερα δεν είναι για πολλούς κατανοητή αυτή η διαφορά. Μια εταιρεία, για παράδειγμα, που διαθέτει δωρεάν την εφαρμογή της για Windows, Android η iOS, μπορεί να έχει δημιουργήσει ένα κώδικα, ο οποίος βλάπτει τον υπολογιστή μας, τα προσωπικά μας δεδομένα ή γίνεται προπύργιο για τρομοκρατικές επιθέσεις. Σε μια εφαρμογή ανοιχτού κώδικα, αυτό είναι πολύ δύσκολο να συμβεί γιατί ο κώδικας είναι ορατός σε χιλιάδες μάτια.

Οπότε, αρχικά η Microsoft είδε ως αντίπαλο το Linux, αλλά σήμερα το χρησιμοποιεί. Τι οδήγησε σε αυτήν την αλλαγή;
Εδώ είναι καλύτερο να ξεκαθαρίσουμε ότι οι Linux κλώνοι που χρησιμοποιούνται από αρκετές πολυεθνικές εταιρείες, όπως και άλλοι κλώνοι ανοιχτού λογισμικού, δεν είναι πλέον 100% ανοιχτό λογισμικό. Κάποιες εταιρείες παίρνουν τον πυρήνα του ανοιχτού λογισμικού, κάνουν επεμβάσεις και στη συνέχεια χρησιμοποιούν το τροποποιημένο λογισμικό ως κλειστό εμπορικό προϊόν. Ακόμα και οι αλγόριθμοι, στους οποίους βασίζονται οι μηχανές αναζήτησης της Google ή της Microsoft έχουν βασιστεί σε ανοιχτό λογισμικό, πάνω στο οποίο οι προγραμματιστές αυτών των εταιρειών έγραψαν κώδικα και πλέον έχουν κάνει ιδιοκτησία τους το σύνολο του κώδικα.

Η Huawei για παράδειγμα, όπως ήδη έχουν κάνει οι IBM, Oracle, Microsoft και πολλές άλλες, ετοιμάζει αυτήν την περίοδο ένα λειτουργικό σύστημα, το οποίο θα είναι βασισμένο στο Linux, αλλά δεν θα είναι ανοιχτό. Επομένως, μέσα από αυτό το πρίσμα, το Azure είναι ανοιχτό προς το Linux και ενδεχομένως κάποιοι server του να λειτουργούν και με Linux. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι τη στροφή των πολυεθνικών προς το Linux σηματοδότησε στις αρχές του 2000, η απόφαση της IBM να γίνει φιλική με αυτό το λειτουργικό.

Οι άνθρωποι που ανέπτυξαν το ανοιχτό λογισμικό μάλλον δεν αισθάνονται χαρούμενοι με αυτές τις εξελίξεις. Ακόμα και αν στήσουν σήμερα ένα νέο λειτουργικό σύστημα από το μηδέν, είναι λογικό να θεωρούν ότι θα έρθει κάποια στιγμή που μια πολυεθνική θα το οικειοποιηθεί.
Κάπως έτσι είναι τα πράγματα. Βέβαια πολλοί από όσους εργάστηκαν για το ανοιχτό λογισμικό, εργάζονται σήμερα για πολυεθνικές εταιρείες, Ωστόσο, αν κάποιος ανήκει στο σκληρό ιδεολογικό πυρήνα του ανοιχτού λογισμικού, θα πρέπει να θεωρεί σχεδόν δεδομένο ότι αν δημιουργήσει κάτι πετυχημένο, θα βρεθεί μια εμπορική εταιρεία που θα το οικειοποιηθεί. Μέσα από αυτό πρίσμα, θεωρώ ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έχει νόημα πλέον να στρέψουν την ενέργεια τους στην παραγωγή λογισμικού. Υπάρχουν άλλοι τομείς που θα μπορούσαν να συνδυάσουν την ιδεολογία τους με το έργο τους.

Θα μπορούσαν για παράδειγμα να γίνουν βιολογικοί καλλιεργητές ή τσαγκάρηδες. Από την άλλη βέβαια, όπως λέμε η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Αυτός είναι και ο λόγος που συνεχίζουν να λειτουργούν κοινότητες, οι οποίες επενδύουν στις ανοιχτές τεχνολογίες και αν τους δείχνει το παρελθόν ότι μπορεί κάποια στιγμή οι εταιρείες να οικειοποιηθούν τον κόπο τους. Η τεχνητή νοημοσύνη, το Internet of Things, αλλά και οι τηλεπικοινωνίες προσφέρουν ακόμα το πεδίο για εραστές των ανοιχτών τεχνολογιών.