Στην εποχή των Big Data, τα οποία έχουν αρχίσει να επικρατούν σταδιακά σε όλα τα συστήματα βάσεων δεδομένων, έχει αρκετά ενδιαφέρον να δει κανείς πώς μπορούν να εξελιχθούν τα κλασικά συστήματα RDBMS, αλλά και ποια είναι η θέση τους σε μια αγορά που τα Big Data παίζουν ένα σημαντικό ρόλο.

Είναι γεγονός ότι τα Big Data αποτελούν ένα σχετικά νέο φαινόμενο. Σύμφωνα με μια μελέτη της IBM στις αρχές του έτους, το 90% όλων των δεδομένων σήμερα παράχθηκε τα δύο προηγούμενα χρόνια. Η μεγάλη επέκταση των φορητών συσκευών, των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης και του τρόπου που περιπλανόμαστε στο Web, δημιουργεί καθημερινά ένα απέραντο βουνό δεδομένων. Ανεξάρτητα με την ποιότητα των δεδομένων και το απέραντο μέγεθός τους, κανείς δεν αμφιβάλει ότι κρύβουν έναv πλούτο μέσα τους για κάθε επιχείρηση.

Το αποτέλεσμα είναι οι εταιρείες να στρέφονται σε λύσεις NoSQL για να δαμάσουν το «τέρας» των Big Data – η σχετική αγορά αναμένεται να ανέλθει στα 3,5 δισ. δολάρια έως το 2018, σύμφωνα με μια έρευνα της Market Research Media Ltd. Ως εκ τούτου, υπάρχει μια εκρηκτική ανάπτυξη startups, τα οποία αναδύονται τα τελευταία χρόνια, επενδύοντας σε μια συλλογή από διαφορετικές τεχνολογίες NoSQL. Και ήδη φαίνεται ότι υπάρχουν περισσότερες εταιρείες NoSQL από SQL.

Τι σημαίνουν, όμως, όλα τα παραπάνω για το στυλοβάτη της αγοράς, το σημείο από όπου προήλθαν όλα αυτά τα δεδομένα, ήτοι τα συστήματα RDBMS (Relational Database Management System); Σύμφωνα με την Gartner, αυτή η αγορά αναπτύσσεται με έναν ετήσιο ρυθμό της τάξης του 9%, αγγίζοντας σήμερα τα 26 δισ. δολάρια. Τι σημαίνει αυτό; Οταν η αγορά των συστημάτων NoSQL φθάσει το 2018 τα 3,5 δισ. δολάρια, η αγορά RDΒΜS θα έχει γιγαντωθεί ακόμα περισσότερο, κάνοντας ένα τζίρο της τάξης των 40 δισ. δολαρίων.

Σίγουρα, οι περισσότερες εταιρείες δεν έχουν το μέγεθος της Google ή του Facebook, που διαθέτουν την κατάλληλη υποδομή, τα εργαλεία και τους πόρους για να εξάγουν αξία από όλα τα δεδομένα του. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς τη συνεχιζόμενη σημασία των «ψυχρών», «βαρετών» και παραδοσιακών εφαρμογών, για τις οποίες τα συστήματα RDBMS είναι αξιόπιστα, ασφαλή και αποτελεσματικά στην εισαγωγή, ανανέωση, αποθήκευση και την προστασία των πιο σημαντικών δεδομένων της εταιρείας. Εδώ έχουμε να κάνουμε με εφαρμογές που παράγουν σημαντικά δεδομένα για την εταιρεία, για εφαρμογές που συνδέονται άμεσα με τα συστήματα RDBMS.

Bέβαια, το πρόβλημα με τις παραδοσιακές σχεσιακές βάσεις δεδομένων δεν είναι ότι φιλοξενούν τα πιο σημαντικά δεδομένα μας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι τόσο ακριβά. Οι μεγαλύτεροι vendors συστημάτων RDBMS το γνωρίζουν αυτό. Γνωρίζουν, επίσης, ότι σχεδόν η κάθε λύση τους χρησιμοποιεί τη δική τους SQL, είναι, δηλαδή, δύσκολο για μια εταιρεία να μετακινηθεί από μια βάση δεδομένων σε μια άλλη. Με αυτόν τον τρόπο «κλειδώνουν» τους πελάτες τους. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ήρθε η ώρα για να αντικατασταθούν τα παραδοσιακά συστήματα SQL από τους NoSQL συγγενείς τους. Αλλωστε, ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν, έχουμε βιώσει παρόμοιες καταστάσεις. Το είδαμε τη δεκαετία του ’90 με τις οbject oriented databases, το είδαμε και αργότερα με τις XML databases. Τώρα υπάρχουν νέες τεχνολογίες που σφετερίζονται την ηγετική θέση των RDBMS.

Τι θα γίνει, λοιπόν; Αυτό που συμβαίνει πάντα με τις νέες τεχνολογίες όταν εμφανίζονται: Οι εταιρείες βάσεων δεδομένων εξετάζουν και αξιολογούν τις νέες τεχνολογίες, καθορίζουν την αξία και τη βιωσιμότητά τους και στη συνέχεια τις ενσωματώνουν στις relational databases τους, δίνοντας στους πελάτες τα καλύτερα χαρακτηριστικά από κάθε κόσμο, προσθέτοντας νέες λειτουργίες. Το αποτέλεσμα είναι οι νέες εκδόσεις να εμπλουτίζονται συνεχώς με περισσότερες λειτουργίες από ποτέ, να είναι περισσότερο αποδοτικές από ποτέ και να επιτρέπουν στους εταιρικούς χρήστες τους να χρησιμοποιούν μια γνωστή και αξιόπιστη βάση δεδομένων. Σίγουρα τα συστήματα RDBMS μπορεί να μην είναι κομψά, μπορεί να μην είναι η τελευταία λέξη της τεχνολογίας αλλά για τα σημαντικά σας δεδομένα δεν υπάρχει άλλο υποκατάστατο.

RDBMS ή NoSQL;
Αν και τα στελέχη του ΙΤ που παίρνουν τις αποφάσεις γνωρίζουν, εν γένει, τη σημασία όρων όπως NoSQL, Big Data, NewSQL και Database Appliance, μπορούν να μπερδευτούν με όλους αυτούς τους όρους, όταν κληθούν να επιλέξουν ένα νέο σύστημα για τη διαχείριση των βάσεων δεδομένων τους. Τα συστήματα RDBMS βρίσκονται στην αγορά πάνω από 20 χρόνια, ωστόσο αρκετοί οργανισμοί σκέπτονται να μεταβούν σε πιο σύγχρονες, εναλλακτικές, τεχνολογίες, όπως οι βάσεις NoSQL.Τι πρέπει, ωστόσο, να προσέξει ένας IT Manager όταν κληθεί να επιλέξει ανάμεσα σε συστήματα NοSQL και RDBMS; Το πρώτο πράγμα που πρέπει να σκεφτεί κανείς όταν επιλέγει ένα σύστημα διαχείρισης βάσης δεδομένων είναι τα χαρακτηριστικά των data.

Αν αυτά τα δεδομένα διαθέτουν μια απλή πινακοειδή μορφή, όπως αυτή που χαρακτηρίζει ένα λογιστικό φύλλο εργασίας, τότε το σχεσιακό μοντέλο είναι επαρκές και με το παραπάνω Αλλα δεδομένα, όπως είναι, για παράδειγμα, τα γεωχωρικά τείνουν να είναι περισσότερο πολύπλοκα. Μπορούν να χαρακτηρίζονται από πολλαπλά επίπεδα, ενώ το πλήρες μοντέλο δεδομένων μπορεί να είναι πολύ σύνθετο. Τέτοιας φύσης δεδομένων δυσκολεύεται γενικά να τα διαχειριστεί ένα κλασικό σύστημα RDBMS. Μια άλλη παράμετρος που πρέπει να εξεταστεί είναι η μεταβλητότητα του μοντέλου δεδομένων. Το εν λόγω μοντέλο είναι πιθανό να αλλάξει και να εξελιχθεί ή είναι πιο πιθανό να παραμείνει το ίδιο; Γενικά, δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς όλες τις παραμέτρους για ένα μοντέλο τη στιγμή του σχεδιασμού του, οπότε χρειάζεται να υπάρχει κάποια ευελιξία.

Σήμερα, σε έναν κόσμο όπου όλα αλλάζουν δυναμικά και σε καθημερινή (αν όχι ωριαία) βάση, χρειάζεται να ενσωματώνεται η εκάστοτε αλλαγή στο μοντέλο δεδομένων. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγεται ένα μοντέλο NoSQL καθώς αυτό προσφέρει μεγαλύτερα επίπεδα ευελιξίας. Το κλειδί για την επιλογή ενός συστήματος διαχείρισης βάσεων δεδομένων βρίσκεται στην κοινότητα ανάπτυξης εφαρμογών. Παλιότερα, υπήρχε ένας διαχωρισμός ανάμεσα στον database administrator (DBA) και στον προγραμματιστή μιας εφαρμογής. Στο νέο κόσμο δεν υπάρχουν πλέον τέτοιες διακρίσεις. Ο πιο σημαντικός χρήστης, πλέον, είναι ο προγραμματιστής της εφαρμογής. Καθώς η βάση δεδομένων μεγαλώνει σε μέγεθος και ο αριθμός των χρηστών πολλαπλασιάζεται, πολλά συστήματα RDBMS παρουσιάζουν προβλήματα επιδόσεων.

Σε αυτήν την περίπτωση οι βάσεις NoSQL φαίνεται να αποτελούν καλύτερη επιλογή, χρησιμοποιώντας τεχνολογίες εστιασμένες στα objects. Με αυτόν τον τρόπο είναι πιο εύκολο και γρήγορο για τον προγραμματιστή να ενσωματώσει τις νέες τεχνολογίες και λειτουργίες. Ενα σύνηθες παράπονο για τις βάσεις NoSQL είναι ότι χάνουν τη συνοχή τους, ένεκα της ανάγκης για υψηλή διαθεσιμότητα. Εδώ τα συστήματα RDBMS μπορούν να αποτελέσουν λύση, ειδικά όταν υπάρχουν συναλλαγές σε πολλαπλές γραμμές και σύνθετες συνενώσεις. Οι NoSQL βάσεις δεδομένων γενικά αποφεύγουν τις λειτουργίες ενός συστήματος RDBMS όπως είναι οι συνενώσεις πολλαπλών πινάκων, οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν την αιτία για ένα υψηλό latency.

Τα συστήματα RDBMS είναι ιδανικά για σύνθετα query και τα analytics κι έτσι αποτελούν την καλύτερη λύση για τέτοιες περιπτώσεις. Από την άλλη, σε περιπτώσεις όπου τα δεδομένα συγκεντρώνονται από πολλά συστήματα upstream για να κτίσουν μια εφαρμογή (όχι απλά μια αναφορά), το NoSQL είναι must. To νέο σενάριο είναι η συνύπαρξη των RDBMS και NoSQL βάσεων δεδομένων. Ηδη οι μεγαλύτεροι vendors έχουν αρχίσει να υποστηρίζουν αυτή τη δυνατότητα, δημιουργώντας μια νέα γενιά ευέλικτων εφαρμογών που προσθέτουν σημαντική αξία, εκμεταλλευόμενες τα πολλαπλά συστήματα δεδομένων.

Η ενσωμάτωση όλο και περισσότερων λειτουργιών, αλλά και η αφομοίωση ανομοιογενών τεχνολογιών ένεκα της προσπάθειας των vendors να κάνουν τις λύσεις τους περισσότερο ελκυστικές, αυξάνουν αναπόφευκτα την πολυπλοκότητα. Υπάρχει ανάγκη μείωσή της, αλλά είναι δύσκολο, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, να γίνουν πολλά πράγματα. Ωστόσο, μια απλοποίηση, μια ομαδοποίηση που θα οδηγούσε σε συρρίκνωση των συστημάτων, θα μπορούσε να βοηθήσει και να αποτελέσει ένα πρώτα βήμα για την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας. Αυτό το έχουν συνειδητοποιήσει οι κατασκευαστές και επιχειρούν να περάσουν αυτή τη φιλοσοφία στις νέες λύσεις τους.

Το γεγονός είναι ότι τα συστήματα διαχείρισης βάσεων δεδομένων θα συνεχίσουν να εξελίσσονται, αφομοιώνοντας τις νέες τεχνολογίες, όπως κάνουν και σήμερα, παραμένοντας ελκυστικές και αποτελεσματικές στο νέο κόσμο των Big Data, όπου η ευελιξία, οι επιδόσεις και η επεκτασιμότητα αποτελούν must.

Κόστος και TCO
H συρρίκνωση των IT budgets έχει μετατρέψει το TCO (Tocal Cost of Ownership) σε έναν από τους πρωταρχικούς παράγοντες επιλογής ή αλλαγής ενός συστήματος διαχείρισης βάσεων δεδομένων. Πώς, όμως, θα πρέπει να υπολογιστεί το TCO; Εκτός από το προφανές οικονομικό κόστος, υπάρχουν και άλλα κόστη που το επηρεάζουν , τα οποία συνήθως παραμελούνται. Οπως είναι το κόστος του ρεύματος και της ψύξης, του απαιτούμενου χώρου, όπως και άλλων παραγόντων. Καθότι ο υπολογισμός του ΤCO είναι αρκετά πολύπλοκος, θα πρέπει να γίνεται με τη χρήση ειδικών εργαλείων. Το επιθυμητό είναι το χαμηλό TCO να συνδυάζεται με ένα γρήγορο ROI. Θα πρέπει, επίσης, το όποιο κόστος να συνοδεύεται από αντισταθμικά οφέλη. Σε κάθε περίπτωση, οι όποιες περικοπές πρέπει να γίνονται, βάζοντας σε πρώτο πλάνο τη διασφάλιση της λειτουργίας του συστήματος, αλλά και την ικανοποίηση των αναγκών που μπορεί να δημιουργηθούν στο μέλλον.


RDBMS, μια στρατηγική επένδυση

Νίκος Παπαγιαννόπουλος Διεθνήs Αερολιμένας Αθηνών

Ο Νίκος Παπαγιαννόπουλος, Υπεύθυνος Έργου Διαχείρισης Επιχειρησιακών Εφαρμογών του Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ), καταθέτει τα σημαντικότερα κριτήρια για την αγορά ενός συστήματος RDBMS σήμερα, όπως και τη σημασία που έχει ένα τέτοιο σύστημα για ένα σύγχρονο μεγάλο οργανισμό.

netweek: Ποια πιστεύετε ότι είναι τα σημαντικότερα κριτήρια για την επιλογή ενός συστήματος RDBMS από μια Διεύθυνση Πληροφορικής;

Νίκος Παπαγιαννόπουλος: Tα σημαντικότερα κριτήρια για την επιλογή ενός συστήματος RDBMS από μια Διεύθυνση Πληροφορικής είναι αυτά που εξασφαλίζουν την αποδοτικότερη και την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των επιχειρησιακών στόχων και αναγκών που ακολουθούν: Τα κριτήρια αυτά έχουν να κάνουν με τα τεχνικά χαρακτηριστικά και δυνατότητες του εκάστοτε RDBMS, τις υπηρεσίες υποστήριξης και after sale support – ειδικά για mission critical συστήματα – τα οικονομικά χαρακτηριστικά και το μοντέλο αδειοδότησης της χρήσης.

Η πιστοποίηση των εφαρμογών με τα εκάστοτε συστήματα RDBMS, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για να αποθηκεύουν τα δεδομένα τους, όπως και η συμβατότητα με τα λειτουργικά συστήματα που είναι σε χρήση, είναι τα πρωταρχικά κριτήρια για την επιλογή του συστήματος RDBMS. Τα χαρακτηριστικά της υψηλής διαθεσιμότητας, της αναβάθμισης (patching) κατά τη διάρκεια λειτουργίας του RDBMS, της αποδοτικότητας και της δυνατότητας διαχείρισης σφαλμάτων με τρόπο που δεν επηρεάζει την επιχειρησιακή λειτουργία – ειδικά σε κρίσιμα επιχειρησιακά περιβάλλοντα – είναι εξίσου σημαντικά κριτήρια επιλογής.

Στον τομέα της ασφάλειας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι τα συστήματα RDBMS είναι ο τελικός στόχος της πλειονότητας των εξωτερικών ή εσωτερικών ηλεκτρονικών επιθέσεων που δέχεται ένας οργανισμός. Δύο πολύ σημαντικά κριτήρια είναι επίσης η ευκολία διαχείρισης του συστήματος RDBMS, καθώς και η ύπαρξη της απαραίτητης κατάρτισης στο προσωπικό του οργανισμού στη διαχείριση του RDBMS. Τα συγκεκριμένα επηρεάζουν σημαντικά το συνολικό κόστος κτήσης ενός συστήματος RDBMS.

netweek: Ποιες εκτιμάτε ότι είναι οι κυριότερες τάσεις που χαρακτηρίζουν την αγορά RDBMS σήμερα;

Νίκος Παπαγιαννόπουλος: Οι κυριότερες τάσεις είναι η ικανότητα διαχείρισης ροών δεδομένων και μεγάλου όγκου δεδομένων – τις περισσότερες φορές μη δομημένων (π.χ. κοινωνικά δίκτυα, Big data κ.λπ.). Η επεξεργασία των δεδομένων αυτών βοηθά έναν οργανισμό στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων, είτε επιχειρησιακών είτε επιχειρηματικών σε πραγματικό χρόνο. Οι τεχνολογίες RDBMS για την επίτευξη των παραπάνω επιβάλλουν την εξάπλωση και την ανάπτυξη των In Memory DataBases, όπου η επεξεργασία και η αποθήκευση των δεδομένων πραγματοποιείται στη μνήμη των υπολογιστικών συστημάτων και όχι στις μονάδες δίσκων – όπως παραδοσιακά γινόταν μέχρι σήμερα. Μια ακόμα τάση που διαφαίνεται είναι η προσφορά και η εξάπλωση του RDBMS ως υπηρεσία (DBAAS). Οι καινούργιες εκδόσεις των RDBMSs προσφέρουν εγγενώς καλύτερη υποστήριξη (πχ Shared tenancy of multiple instances) και αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά (πχ. DBaaS portals) για τη χρήση των RDBMS ως υπηρεσία. Η τάση αυτή μπορεί να εξυπηρετηθεί είτε από private Clouds μέσα στο οργανισμό, είτε από public Clouds τα οποία γίνονται ολοένα πιο προσιτά και ώριμα επιχειρησιακά, είτε από Hybrid Clouds.

netweek: Πόσο σημαντικό είναι το σύστημα RDBMS για τον οργανισμό σας και πώς σκέπτεστε να το βελτιστοποιήσετε στο μέλλον;

Νίκος Παπαγιαννόπουλος: Τα συστήματα RDBMS για το Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών αποτελούν μία στρατηγική επένδυση λαμβάνοντας υπόψη ότι υποστηρίζουν κρίσιμες υποδομές και λειτουργίες. Η διαχείριση και η προβολή των πληροφοριών πτήσεων, ο προγραμματισμός χρήσης των υποδομών από επιβάτες, προσωπικό, αεροσκάφη – καθώς και η επικοινωνία των δεδομένων αυτών είτε μέσα στον οργανισμό (Billing, data warehouse) είτε σε εξωτερικούς συνεργάτες και οργανισμούς (Eurocontrol, Web portals κ.α.) γίνεται μέσα από τελευταίας γενιάς συστήματα RDBMS, αλλά και μεθόδους που διασφαλίζουν την υψηλή διαθεσιμότητα των συστημάτων αυτών (Cluster DBs , DB replication κ.α.)

Μια σημαντική εξέλιξη για τα σύστημα RDBMS στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών είναι και η ένταξή τους στο πλαίσιο της υποδομής cloud που το αεροδρόμιο αναπτύσσει. Η εταιρεία αεροδρομίου θα έχει σύντομα τη δυνατότητα να προσφέρει RDBMS ως υπηρεσία και για να καλύψει τις εσωτερικές ανάγκες του οργανισμού, αλλά και για να το προσφέρει για εμπορική χρήση στους πελάτες του.


Το κρίσιμο συστατικό μιας υποδομής IT

Ηλίας Γιαννόπουλος, Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο

Ο Ηλίας Γιαννόπουλος, Υποδιευθυντής Τεχνολογίας, Προτύπων και Ασφαλείας του Νέου Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, μιλάει στο netweek και αναδεικνύει τη σημασία των συστημάτων RDBMS, καταγράφοντας, παράλληλα, τις κυριότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει μια Διεύθυνση Πληροφορικής σε σχέση με αυτά τα συστήματα.

netweek: Ποια πιστεύετε ότι είναι τα σημαντικότερα κριτήρια για την επιλογή ενός συστήματος RDBMS; Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει το TCO σε αυτό;

Ηλίας Γιαννόπουλος: Ενα σύστημα RDBMS αποτελεί κρίσιμο συστατικό της υποδομής IT ενός οργανισμού και η επιλογή της καταλληλότερης λύσης απαιτεί γνώση και σημαντική προσπάθεια. Είναι προφανές ότι όλα τα RDBMS δεν είναι ίδια και προκειμένου να αποφασιστεί ποια είναι η αποδοτικότερη και οικονομικότερη λύση, απαιτείται η εξέταση μιας σειράς κριτηρίων όπως:

* Η ικανοποίηση των πραγματικών, αλλά και των μελλοντικών αναγκών. Για το σκοπό αυτό πρέπει να αξιολογηθούν χαρακτηριστικά που αφορούν την ποσότητα και τον τύπο των δεδομένων, αλλά και χαρακτηριστικά αναφορικά με τη λειτουργία του συστήματος, όπως τη διαθεσιμότητα, επεκτασιμότητα, ασφάλεια και διαχείρισή του.

* Το περιβάλλον λειτουργίας. Η επιλογή είναι πιο ελεύθερη αν πρόκειται για μια καινούργια εγκατάσταση που δεν έχει περιορισμούς από την εφαρμογή, σε σχέση με ένα περιβάλλον όπου το RDBMS θα πρέπει να συνεργαστεί με προυπάρχοντα συστήματα. * Η αξιολόγηση των διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης, αλλά κυρίως της υπάρχουσας εμπειρίας και των δεξιοτήτων του προσωπικού, καθώς και της δυνατότητας να βρεθεί πεπειραμένο προσωπικό στην αγορά για την αντιμετώπιση ανεπιθύμητων καταστάσεων.

* Το συνολικό κόστος απόκτησης, όπου πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα επιμέρους κόστη, όπως οι απαραίτητες άδειες λογισμικού, ο απαιτούμενος εξοπλισμός και το λειτουργικό σύστημα, η υποστήριξη και τα πρόσθετα χαρακτηριστικά. Η προαναφερθείσα λίστα κριτηρίων δεν είναι υποχρεωτικό να ακολουθείται απόλυτα από κάθε επιχείρηση/οργανισμό, αλλά αποτελεί ένα βοηθητικό οδηγό που ανάλογα με τις ανάγκες τους πρέπει να τροποποιούν ή να εμπλουτίζουν.

Επιπρόσθετα, όταν αναφερόμαστε σε συνολικό κόστος απόκτησης πρέπει να συμπεριλάβουμε τα άμεσα και έμμεσα κόστη που περιλαμβάνει η προμήθεια και μπορεί να μην είναι εμφανή στην αρχική τιμολόγηση. Η ανάλυση του συνολικού κόστους ιδιοκτησίας (TCO) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπολογιστεί το πραγματικό κόστος της αγοράς και της λειτουργίας ενός RDBMS καθ’ όλη τη διάρκεια της ωφέλιμης ζωής του. Η ανάλυση, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο αξιολόγησης του κόστους κτήσης, ιδιαίτερα τη σημερινή εποχή που απαιτεί ιδιαίτερο έλεγχο του κόστους των IT λειτουργιών, ίσως αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα στην επιλογή ενός RDBMS

netweek: Τι επιπλέον χαρακτηριστικά και δυνατότητες θα θέλατε από ένα σύστημα RDBMS;

Η. Γιαννόπουλος: Μια βάση δεδομένων πέρα από τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι απαραίτητο να παρέχει τις δυνατότητες που μπορούν να βελτιώνουν την αποδοτικότητά, τη διαχείρισή και την ασφάλειά της. Για το σκοπό αυτό θα μπορούσα να αναφέρω δυνατότητες όπως είναι η βελτιστοποιημένη διαχείριση αποθήκευσης των δεδομένων, προκειμένου να βελτιστοποιείται το δαπανηρό I/O απαιτητικών εργασιών ή να παρέχεται απλότητα στη διαχείριση και την ενοποίηση συστημάτων αποθήκευσης. Επίσης, θα ήταν χρήσιμο να παρέχει απλά εργαλεία για την εκτέλεση καθημερινών και αρκετές φορές χρονοβόρων εργασιών, όπως την αποτελεσματική διαχείριση των ρόλων του server και της βάση δεδομένων, προκειμένου να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, ασφαλή και εύκολη διαχείριση του RDBMS. Τέλος θα αναφέρω σε χαρακτηριστικά βελτίωσης των εργασιών προγραμματισμού που θα βελτιώσουν την ταχύτητα και αποδοτικότητα της ανάπτυξης, καθώς και της υποστήριξης των νέων τεχνολογιών που παρουσιάζονται στην αγορά.

netweek: Με ποιο τρόπο μπορεί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ποιότητας των δεδομένων που επηρεάζει αναπόφευκτα την αποδοτικότητα και, κατ΄επέκταση, το λειτουργικό κόστος;

Η. Γιαννόπουλος: Η διασφάλιση της ποιότητας των δεδομένων αποτελεί μια σύνθετη διεργασία που δεν διασφαλίζεται μόνο από το RDBMS, αλλά απαιτεί συνδυαστικά οργανωτικές και τεχνολογικές προσεγγίσεις. Αρχικά πρέπει να αναφερθώ στην αναγκαιότητα σχεδιασμού οργανωτικών λειτουργιών, όπως τη υλοποίηση πλαισίου διασφάλισης δεδομένων που θα περιέχει τη δημιουργία ρόλων, διαδικασιών και πολιτικών που απαιτούνται για τη διασφάλιση της ποιότητας των δεδομένων. Από τεχνολογικής πλευράς, μέσω των μηχανισμών διασφάλισης ποιότητας δεδομένων που παρέχουν όλα τα σύγχρονα RDBMS, πρέπει να υλοποιηθούν κατάλληλες δικλείδες ασφαλείας που δεν θα επιτρέπουν την καταχώρηση και αποθήκευση ανακριβών δεδομένων. Από πλευράς RBMS παρέχονται εργαλεία για τον προληπτικό έλεγχο της καταχώρησης δεδομένων, όπως οι κανόνες συσχέτισης ή εγκυρότητας αλλά και εργαλεία παρακολούθησης και έρευνας της ποιότητας δεδομένων που αξιολογούν τα δεδομένα μέσω μετρήσεων και παρακολουθούν την εξέλιξη της ποιότητάς τους κατά την πάροδο του χρόνου.