Εδώ και αρκετούς μήνες μέσω πληθώρας άρθρων στο περιοδικό που κρατάτε στα χέρια σας, έχει γίνει ξεκάθαρο πως η αγορά Πληροφορικής βρίσκεται από φέτος και κατά την προσεχή εξαετία (τουλάχιστον) ενώπιον συγκλονιστικά σημαντικών, μεγάλων, όσο και απαιτητικών προκλήσεων, ως συνέπεια αφενός μεν των έργων και επενδύσεων που απορρέουν από το Ελληνικό πρόγραμμα (Ελλάδα 2.0) του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφετέρου δε της ταχείας προώθησης επιμέρους αλλαγών σε εταιρικό, μα και κρατικό επίπεδο στο πλαίσιο του ψηφιακού μετασχηματισμού και της απαιτούμενης ενίσχυσης του βαθμού εξωστρέφειας και ανταγωνιστικότητας προϊόντων και υπηρεσιών. Ο τομέας της Πληροφορικής δύναται να αποτελέσει τον μεγάλο κερδισμένο του συνολικότερου push που καταγράφεται τελευταία, καθώς δεν υπάρχει -περίπου- τμήμα, έκφανση ή δράση στην οποία να μην εμπλέκεται, έστω και οριακά.

Μάλιστα, πολλάκις έχει γνωστοποιηθεί ο προβληματισμός πως ένα από τα στοιχεία που πιθανόν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά ή όχι και τόσο αποτελεσματικά είναι το capacity των ίδιων των εταιρειών του ευρύτερου κλάδου, προκειμένου να ανταποκριθούν σε πρωτόγνωρα επίπεδα πλήθους, πολυπλοκότητας, εξειδίκευσης και γνώσης, τα οποία θα ήταν απόρροια των σχεδιαζόμενων έργων και παρεμβάσεων. Τελευταία, αυξάνονται οι «ψίθυροι» σε ένα άκρως εξειδικευμένο τμήμα του όλου εγχειρήματος, αυτό της συμβουλευτικής. Όχι, το ζήτημα δεν έχει να κάνει με την ικανότητά τους να υλοποιήσουν τέτοια έργα. Αντιθέτως, αφορά στον βαθμό (μη) συμμετοχής μικρότερων, γηγενών επιχειρήσεων του είδους.
Κακό πράγμα η ακόρεστη όρεξη…

Tο πλήρωμα του χρόνου για ορισμένες επιχειρήσεις, προκειμένου να λάβουν χώρα οι αναγκαίες αλλαγές, αναβαθμίσεις και επενδύσεις στο IT έφτασε. Βέβαια, το ζήτημα είναι να μην φτάσει από asset να μετατραπεί σε liability. Πάντως, εντύπωση και δη διόλου κολακευτική κάνει το γεγονός πως ορισμένες διοικήσεις αδυνατούν να αντιληφθούν πως -πλέον- το «παιχνίδι» παίζεται σε εντελώς διαφορετικό «γήπεδο», που δεν είναι άλλο από αυτό της τεχνολογίας και των επιμέρους λύσεων, προϊόντων και υπηρεσιών της. Σε αυτή την πραγματικότητα, εάν προστεθεί και η αδυναμία, άγνοια, ανεπάρκεια, περιορισμένη ή ανύπαρκτη πειστικότητα -πείτε το όπως θέλετε, δίκιο θα έχετε- που εμφανίζουν όσοι έχουν τεθεί επικεφαλής των τεχνολογικών διευθύνσεων, απέναντι στις διοικητικές τους ηγεσίες, τότε φτάνουμε στο σημείο κάποια επιχείρηση να έχει συμπληρώσει μιάμιση δεκαετία που δεν έχει ανανεώσει ή αναβαθμίσει τα πληροφοριακά της συστήματα. Άκρως αποκαλυπτικό σχετικά με το πώς λειτουργούν καίριας σημασίας φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που ενδεχομένως να δραστηριοποιούνται μονοπωλιακά, παρέχοντας άκρως απαραίτητο αγαθό για την καθημερινότητα όλων μας.

Σήμερα, πλέον, καθώς τα περιθώρια από την ίδια την αγορά σε επίπεδο πρόθεσης μετασχηματισμού έχουν «στενέψει» σημαντικά, ορθώνοντας ένα ξεκάθαρο απαγορευτικό για την υλοποίηση σχεδίων, δράσεων και αλλαγών που θα διασφαλίσουν την επόμενη ημέρα του οργανισμού, τα κορυφαία διοικητικά στελέχη του τελευταίου έδωσαν το «πράσινο φως» προκειμένου να προχωρήσει άμεσα η εκ βάθρων ανανέωση του ξεπερασμένου ΙΤ εξοπλισμού. Αποτέλεσμα; Ο αρμόδιος τομέας πληροφορικής του οργανισμού να έχει βγάλει «φωτιές» καταγράφοντας την κατάσταση, σχεδιάζοντας το νέο τοπίο, χαρτογραφώντας τις νέες οδούς που επιθυμεί να δημιουργήσει η διοίκηση στο πλαίσιο του ψηφιακού μετασχηματισμού σε συνάρτηση -φυσικά- με τις απαιτήσεις στήριξης από την πλευρά των πληροφοριακών συστημάτων, ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται και ένα μελλοντικό projection σε επίπεδο αναγκών και δυνατοτήτων.
Σε αυτή την «άσκηση» υπάρχουν αναρίθμητοι παράγοντες και δεδομένα που από την μια πλευρά οφείλουν να «αναγνωστούν» και από την άλλη να καταγραφούν ξεκάθαρα, δίχως κοντόφθαλμη, πόσο μάλλον ευκαιριακή προσέγγιση. Όχι τίποτε άλλο, ωστόσο εάν δεν αλλάξει κάτι δραστικά, η επόμενη διαδικασία ανανέωσης προβλέπεται για το 2038…