Η κάλυψη των επιχειρησιακών αναγκών μετατρέπεται συχνά σε αγώνα ταχύτητας για το ΙΤ. Οταν, όμως, τα συστήματα μοιάζουν να κινούνται με ρυθμό χελώνας, η ανάγκη για αποτελεσματική διαχείρισή τους καθίσταται μονόδρομος.

Η υψηλή διαθεσιμότητα και η απόδοση των κρίσιμων εφαρμογών δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά θέμα επιχειρησιακής επιβίωσης. Αν οι εφαρμογές «κρεμάσουν» (ή «σέρνονται»), χάνονται έσοδα και πελάτες. Οι υπεύθυνοι για τα operations του IT πρέπει να επενδύουν σε λύσεις server monitoring και capacity planning οι οποίες είναι εύκολες στην εγκατάσταση, αυτοματοποιούν τις διαδικασίες και προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες επιχειρησιακές απαιτήσεις, χωρίς να υπερβαίνουν τον προϋπολογισμό που έχει προβλεφθεί για το ΙΤ.

Το server monitoring έχει προαχθεί σε υψηλότερο επίπεδο προτεραιότητας καθώς οι εταιρείες συνεχίζουν να επεκτείνουν τα data centers και την υπολογιστική τους ισχύ σε ευρέως κατανεμημένα δίκτυα και συστήματα. Ο σχεδιασμός της χωρητικότητας προσθέτει μια νέα διάσταση στην πρόκληση αυτή, αφού καθιστά σαφές το ότι δεν αρκεί η αγορά επιπρόσθετου hardware ώστε να αυξηθεί το επίπεδο των διαθέσιμων πόρων. Η διαχείριση της χωρητικότητας απαιτεί έναν ευφυέστερο τρόπο διαχείρισης.

Η ανεξέλεγκτη «βλάστηση» των συστημάτων Πληροφορικής
Για πολλές επιχειρήσεις, η επείγουσα ανάγκη για επένδυση σε υποδομή ικανή να στηρίξει την ανάπτυξη του business οδήγησε στην ανεξέλεγκτη επέκταση σε «φάρμες» ολόκληρες από servers. Ακόμα και αν αφήσουμε απ’ έξω την παράμετρο του κόστους αγοράς, το κόστος συντήρησης και μόνο της υποδομής αυτής είναι τρομακτικό.

Η Gartner εκτιμά το σύνολο της αγοράς των εργαλείων ΙΤ Operations στα 10 δισ. δολ. και τους προμηθευτές λογισμικού σε περισσότερους από 200. Στην απέναντι όχθη, οι Διευθύνσεις Πληροφορικής καλούνται να ελαχιστοποιήσουν τα κόστη τους και να βελτιωθούν όσον αφορά το service availability.

Ταυτόχρονα, πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν μια μεγάλη έκταση «σπαρμένη» με servers, να εντοπίζουν άμεσα ποιοι από αυτούς έχουν κάποιο πρόβλημα και ποιοι δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα.


Τα σημαντικότερα θέματα όσον αφορά την παρακολούθηση των servers είναι τα παρακάτω
1. Προσδιορισμός του τι θα πρέπει να παρακολουθείται: Ακόμα και αν ακούγεται απλό, ο προσδιορισμός του ποια ακριβώς δεδομένα πρέπει να παρακολουθούνται στενά δεν αποτελεί πάντα εύκολη δουλειά. Πολλές λύσεις παρακολουθούν την απόδοση των servers τόσο σε πραγματικό χρόνο, όσο και συνολικά.

Ωστόσο, κάποιες κάνουν «agentless» monitoring (ή, αλλιώς, SNMP), το οποίο δεν χρησιμοποιεί πρόγραμμα τύπου «resident» απευθείας στους επιλεγμένους servers. Οι λύσεις αυτές δεν καταγράφουν πάντα λεπτομέρεια αρκετή ώστε να βοηθούν ουσιαστικά στο alerting ή στην ανάλυση των βαθύτερων αιτίων.

Στο άλλο άκρο, κάποιες σουίτες ITSM δημιουργούν υπερβολικά πολλά δεδομένα και σελίδες επί σελίδων αναφορών. Και σε αυτήν την περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ο εντοπισμός των προβλημάτων γίνεται δύσκολος.

2. Ελλειψη ξεκάθαρης συνολικής άποψης των δεδομένων: Τι το κοινό έχει το ΙΤ με την ομοιοπαθητική ιατρική; Τίποτα παραπάνω από το root-cause analysis και την προσπάθεια επίλυσης των βαθύτερων αιτίων αντί για την επιφανειακή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Σε πολλές επιχειρήσεις, όμως, οι ΙΤ Αdministrators δεν έχουν επίγνωση των βαθύτερων προβλημάτων και μένουν στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που τους αναφέρουν (έντρομοι ή εκνευρισμένοι) οι χρήστες-πάσχοντες.

Επιπλέον, δεδομένου ότι οι IT Administrators δεν έχουν πρόσβαση στις απαιτούμενες μετρικές συγκεκριμένων εφαρμογών ή διαδικασιών που ενδέχεται να επηρεάζουν την απόδοση των συστημάτων, δεν είναι σε θέση να κάνουν το συσχετισμό μεταξύ της απόδοσης του συστήματος και του αντίκτυπου των συναλλαγών που γίνονται σε αυτά.

3. Ανεπάρκεια -ή πληθώρα- από «agents»: Οταν έρχεται η ώρα για την ανάπτυξη των agents, οι περισσότερες επιχειρήσεις φτάνουν στα άκρα. Οι agentless λύσεις δεν παρέχουν πάντα δεδομένα επαρκή για την απόκτηση ολοκληρωμένης εικόνας σχετικά με την απόδοση των servers. Ταυτόχρονα, οι λύσεις που το «παρακάνουν» με τους agents, καταλήγουν να επιβαρύνουν με την ίδια τους τη λειτουργία την απόδοση του server που παρακολουθούν.

4. Υπερβολικά πολλά manual tasks: Πολλοί administrators υποφέρουν από την αγγαρεία της manual παρακολούθησης της απόδοσης των συστημάτων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των backups: πολλές λύσεις δεν παρακολουθούν αυτόματα το backup των server και, σαν αποτέλεσμα, ο Administrator δεν ειδοποιείται άμεσα όταν ένας server κρασάρει και η λειτουργία έχει περάσει στο σύστημα backup. Αυτό δημιουργεί ένα μεγάλο όγκο από χειρωνακτική εργασία για την αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων στα συστήματα.

5. Υπερβολική πολυπλοκότητα και κρυφά κόστη: Υπάρχουν κάποιες λύσεις οι οποίες είναι μεν πολύ δυνατές αλλά και εξίσου δύσκολες στη χρήση. Σαν αποτέλεσμα, μένουν στο ράφι, αφού πρώτα σημαδέψουν τον Administrator με μια τραυματική εμπειρία χρήσης. Αντίστοιχος είναι και ο πόνος που προκαλούν τα κρυφά κόστη που αυτές ενέχουν. Αυτά δεν περιορίζονται στην αγορά λογισμικού ITSM και του συσχετιζόμενου hardware, αλλά και στο κόστος υπηρεσιών υποστήριξης.

Αλλωστε, ένας κοινός λόγος αποτυχίας παρόμοιων projects είναι η κακή αρχική εκτίμηση σχετικά με το χρόνο και τους ανθρώπινους όρους που απαιτούνται ώστε να τεθεί μια λύση Systems Management σε πλήρη λειτουργία. Σε κάποιες περιπτώσεις, το κόστος της εκπαίδευσης των χρηστών ισούται με εκείνο της αγοράς του σχετικού λογισμικού.

6. Ο «λάκκος» των φτηνών εργαλείων: Πολλές επιχειρήσεις θεωρούν, λανθασμένα, ότι η εγκατάσταση μιας οικονομικής (ή ανοικτού λογισμικού) λύσης αποτελεί μια δελεαστική εναλλακτική. Υπάρχει όμως και μια σημαντική «παγίδα» και αυτή είναι η μεγάλη ανάγκη σχετικών λύσεων για custom scripting, γεγονός που προϋποθέτει χρόνο και πόρους και ενδέχεται να μειώνει την παραγωγικότητα. Το παραπάνω σχήμα οδηγεί, επίσης, σε υπερβολική εξάρτηση από τους «ειδικούς» που μπορούν να διαχειριστούν τα δύσκολα αυτά εργαλεία και που γνωρίζουν τι «καστομιές» έχουν κάνει.


Το ΙΤ… χίλιους καλούς χωράει
Ο σχεδιασμός χωρητικότητας αποτελεί μια διαδικασία που είναι απαραίτητη για τον καθορισμό του ιδεατού τρόπου κατανομής των πόρων Πληροφορικής μιας επιχείρησης. Ο εντοπισμός των δεδομένων που σχετίζονται με τη χωρητικότητα των server και των συστημάτων είναι σχετικά απλός. Αυτό που δεν είναι τόσο απλό είναι το trending analysis, όπου γίνεται καθορισμός κάποιων baselines και μέτρηση αυτών έναντι μελλοντικών πόρων.

Προβλήματα προκύπτουν συνήθως στα παρακάτω σημεία:

1. Ελλειψη εξειδίκευσης στο capacity planning: Η διαδικασία του σχεδιασμού χωρητικότητας προϋποθέτει καλή γνώση στατιστικής ώστε να γίνεται η σωστή ερμηνεία των εισερχόμενων δεδομένων και να γίνονται οι σωστές προτάσεις για ευθυγράμμιση των πόρων. Στην πράξη, η πολυπλοκότητα είναι τέτοια που υπερβαίνει τις δυνατότητες των περισσότερων συστημάτων διαχείρισης, καθώς απαιτείται η δημιουργία μοντέλων για εκατοντάδες συστημάτων ώστε να γίνει η απαραίτητη προσομοίωση συναλλαγών και ανάλυση τύπου «what-if».

2. Ανεπαρκή δεδομένα: Πολλές επιχειρήσεις δε συλλέγουν δεδομένα για διάστημα αρκετό ώστε να μπορούν να εντοπιστούν βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες τάσεις οι οποίες θα επιτρέψουν με τη σειρά τους στους IT Administrators να λάβουν τις σωστές αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση των workloads των συστημάτων. Κάποιες λύσεις, δε συλλέγουν επαρκή στοιχεία ώστε να παράσχουν ένα baseline και τάσεις προς ανάλυση. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι σε θέση να προσφέρουν μία ενιαία άποψη για όλες τις διαφορετικές πλατφόρμες, ούτε επιτρέπουν στον τελικό χρήστη να εντοπίσει τα όποια προβλήματα με ευκολία ώστε.

3. Ανάγκη για πολλαπλά εργαλεία: Σε γενικές γραμμές, χρειάζονται πολλαπλά εργαλεία ώστε να συγκεντρωθούν τα δεδομένα από πολλαπλές πλατφόρμες. Εάν πάρουμε το υποθετικό παράδειγμα μιας επιχείρησης οι servers της οποίας τρέχουν σε Unix, Linux και Windows, θα χρειαστούμε ένα διαφορετικό εργαλείο για κάθε μία από τις πλατφόρμες αυτές.

4. Αδυναμία αξιοποίησης των δεδομένων: Αν και κάποιες λύσεις δημιουργούν αρκετά αναλυτικά reports σχετικά με τις απαιτήσεις χωρητικότητας, λίγες συνοδεύουν τα αποτελέσματα αυτά με προτεινόμενες δράσεις ώστε οι υπηρεσίες της Πληροφορικής να τρέχουν πιο ομαλά.

Υποδειγματική διαχείριση συστημάτων
Ενα case study επιτυχούς υλοποίησης έργου systems management είναι αυτό της Τράπεζας του Μόντρεαλ (Bank of Montreal – ΒΜΟ). Η ΒΜΟ αναζητούσε μία λύση η οποία θα βοηθούσε τους ΙΤ Administrators να εντοπίσουν δυνητικά θέματα γρηγορότερα και να αντιμετωπίσουν την αναποτελεσματικότητα με έναν οικονομικό και αποδοτικό τρόπο.

Η ΒΜΟ επιζητούσε καλύτερη παρακολούθηση της υποδομής της και υποβοήθηση του testing των εφαρμογών ώστε να έχει καλύτερο έλεγχο του περιβάλλοντος Πληροφορικής, γρηγορότερα. Η εταιρεία εφάρμοσε ενιαία λύση για server monitoring και σχεδιασμό χωρητικότητας ώστε να βελτιώσει την απόδοση των συστημάτων της αλλά και την ευστοχία των υπολογισμών/προβλέψεων της.

Η ΒΜΟ ανέφερε εξοικονόμηση κόστους της τάξης του 50%-70% κατά την εγκατάσταση και αύξηση της παραγωγικότητας, καθώς και της αποτελεσματικότητας του business, κατά 25%. Επιπλέον, η Διεύθυνση Πληροφορικής της τράπεζας δηλώνει ότι είναι σε θέση να εντοπίζει τα όποια θέματα εγκαίρως και να τα επιλύει προτού αυτά να οδηγήσουν σε προβλήματα.

Αλλο ένα case study είναι αυτό της Telekurs Financial. Μέσα από τις βελτιώσεις που πραγματοποίησε σε επίπεδο διαχείρισης των συστημάτων της, αύξησε την απόδοση και τη διαθεσιμότητα των 125 server της.

Επίσης, εξοικονόμησε χρήματα περιορίζοντας το κόστος  των αδειών και καταργώντας τα κόστη τεχνικής υποστήριξης. Επιπλέον, η λύση οδήγησε σε αύξηση της παραγωγικότητας των server administrators και μείωσε τα συνολικά κόστη κατά 60%.


Απεγκλωβίστε τους πόρους σας
Η σωστή και αποτελεσματική παρακολούθηση των συστημάτων μπορεί να βοηθήσει μια εταιρεία να διατηρήσει τα SLAs της στα προβλεπόμενα επίπεδα και να βελτιώσει την ικανοποίηση των πελατών και των συνεργατών της, ενδεχομένως και να εισέλθει σε νέες αγορές.

Τα οφέλη που επιφέρει το systems management στο σύνολο της επιχείρησης είναι εμφανή. Πρώτον, είναι απλούστερη η διασφάλιση του ότι οι βάσεις δεδομένων, οι εφαρμογές web και οτιδήποτε άλλο είναι κρίσιμο για τη λειτουργία της, ανταποκρίνεται στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Οι τελικοί χρήστες, είτε αυτοί είναι εργαζόμενοι, είτε πελάτες, δεν βιώνουν την απογοήτευση και τον εκνευρισμό που προκαλεί η ασταθής και αναξιόπιστη λειτουργία των servers.

Αντιθέτως, η αίσθηση αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης επιδρά θετικά τόσο στην παραγωγικότητα των υπαλλήλων όσο και στην εισροή εσόδων από υφιστάμενους και δυνητικούς πελάτες.

Συνολικότερα, ο ρόλος της Διεύθυνσης Πληροφορικής αλλάζει προς το καλύτερο. Το προσωπικό του ΙΤ εστιάζει στην μεγιστοποίηση της απόδοσης των servers ώστε να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες επιχειρησιακές απαιτήσεις αντί να πασχίζει απλά να επαναφέρει τους servers σε λειτουργία. Η προνοητική διαχείριση των συστημάτων δημιουργεί συνήθως νέες στρατηγικές εξοικονόμησης κόστους και δημιουργίας εσόδων μέσα από την απλοποίηση του τρόπου ανάπτυξης των εφαρμογών και της υιοθέτησης των τελευταίων τεχνολογιών.