Παρότι data και εφαρμογές παρουσιάζουν τάσεις φυγής προς το υπολογιστικό νέφος, τα data centers δείχνουν να κρατούν μεγάλο μέρος του ρόλου τους στην ΙΤ υποδομή, αλλά και να μπαίνουν σε πορεία εξέλιξης τόσο του ρόλου όσο και των επιδόσεων τους.

Παρότι data και εφαρμογές παρουσιάζουν τάσεις φυγής προς το υπολογιστικό νέφος, τα data centers δείχνουν να κρατούν μεγάλο μέρος του ρόλου τους στην ΙΤ υποδομή, αλλά και να μπαίνουν σε πορεία εξέλιξης τόσο του ρόλου όσο και των επιδόσεων τους.

Eχουν μέλλον τα data centers στην εποχή του μαζικού cloud adoption; Αναλυτές όπως ο David Cappuccio, κορυφαίος στον τομέα του στην Gartner, στην κορύφωση της μετάβασης προς το cloud, προφήτευε ότι «ο ρόλος των παραδοσιακών data center θα υποβιβαστεί σε αυτό του “legacy-holding area”, αφιερωμένα σε πολύ συγκεκριμένες υπηρεσίες που δεν μπορούν να φιλοξενηθούν πουθενά αλλού, ή το off-premise hosting τους είναι για ιδιαίτερους λόγους οικονομικά ασύμφορο». Οι τελευταίες όμως έρευνες της Gartner τον διέψευσαν, δείχνοντας ότι –παρά τα πλεονεκτήματα του χαμηλότερου κόστους, προσαρμοστικότητας και ευελιξίας των cloud providers, πάνω από το 60% των επιχειρήσεων αρνούνται να εγκαταλείψουν εντελώς την data center ΙΤ υποδομή.

Έτσι σήμερα κατά την Gartner η επένδυση σε data centers αναμένεται να φτάσει τα 200 δις δολάρια παγκοσμίως ως το τέλος του 2021, αύξηση 6% από το 2020, όπου το παγκόσμιο budget για αυτά έπεσε κατά 10,3%. Αναλυτές όπως ο Naveen Mishra, -επίσης της Gartner– ερμηνεύουν αυτή τη διακύμανση ως αποτέλεσμα της προσπάθειας των corporate οργανισμών να μειώσουν τις δαπάνες τους προκειμένου να «κρατήσουν τα φώτα ανοικτά» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, τις δύο πρώτες χρονιές της πανδημίας, όταν κυριάρχησε η αβεβαιότητα. Οπότε και περιόρισαν κάθε δαπάνη για οποιεσδήποτε ψηφιακές υποδομές στις απολύτως απαραίτητες. Και βέβαια προτίμησαν αυτές που δεν απαιτούσαν μια μακροχρόνια δέσμευση, όπως τις cloud, που για αρκετούς υιοθετήθηκαν σαν μια προσωρινή λύση. ‘

Όπως μάλιστα σημειώνει, η αγορά των data center αναμένεται στο άμεσο μέλλον να μπει σε ανοδική τροχιά, με κάθε χρόνο να παρουσιάζει μεγαλύτερη αύξηση μέχρι το 2024, με τους hyperscalers και την επέκταση τους, πρωταγωνιστές σε αυτή. Σύμφωνα με τις προβλέψεις ως το 2025 αναμένεται το 85% των στρατηγικών ΙΤ υποδομής να συνδυάζει επιλογές colocation, edge, cloud και on premise υποδομής, σε μεγάλη αύξηση σε σχέση με το 20% του 2020. Χαρακτηριστικό της αναστροφής του κλίματος είναι ότι ο ίδιος ο David Cappuccio, επανεξετάζει το ζήτημα και σημειώνει πια πως «αν και το να συνεχίζει κανείς να επενδύει σε μια data center υποδομή μπορεί να φαίνεται αντιφατικό, τελικά μπορεί να προσφέρει τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα οφέλη».

Οι λόγοι της μεταστροφής αυτής ποικίλουν. Ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που οι παρεχόμενες υπηρεσίες cloud cybersecurity έμοιαζαν επαρκείς -παρότι οι παράμετροι ασφάλειας ανά χώρα, κλάδο και βιομηχανία συνεχίζουν να διαφέρουν και γιαυτό να απασχολούν- τα κανονιστικά πλαίσια και οι ρυθμιστικές αρχές που καθορίζουν τους όρους φύλαξης, επεξεργασίας και προστασίας δεδομένων αποτρέπουν συχνά από την αποκλειστική φιλοξενία τους στο cloud. Επιβάλουν κατά συνέπεια την διατήρηση υπαρχόντων data centers, αλλά και την δημιουργία νέων, λόγω της αύξησης του όγκου των δεδομένων που η εκτεταμένη «ψηφιοποίηση» της καθημερινής ζωής, λόγω πανδημίας, παρήγαγε.

Όπως εξηγεί και ο Γιώργος Αποστολάκης, -Εταίρος στο Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών, Επικεφαλής Ολοκληρωμένων Τεχνολογικών Υπηρεσιών της EY Ελλάδος, Επικεφαλής της συμμαχίας της EY με τη Microsoft στην περιοχή CESA και EY Azure Leader στην περιοχή EMEIA– «παρατηρήσαμε τα τελευταία χρόνια, και ειδικά μετά την εμπειρία του COVID-19, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις να επιλέγουν τη μετάβαση των πληροφοριακών συστημάτων και δεδομένων τους στο cloud, ως εναλλακτική στα φυσικά data centers. Η υπολογιστική νέφους προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα: από την εξοικονόμηση κόστους μέχρι την απεριόριστη αποθηκευτική ικανότητα, την αυτοματοποίηση διεργασιών και την ταχύτητα μεταφοράς των δεδομένων. Παράλληλα, όμως, αυτή η μετάβαση διευρύνει και το πλήθος κινδύνων που καλούνται να διαχειριστούν οι επιχειρήσεις που “χτίζουν” γύρω από αυτό. Μεταξύ άλλων, εντοπίζουμε ζητήματα κυβερνοασφάλειας, έλλειψης ορατότητας, απώλειας δεδομένων, downtimes και καθυστερήσεων στη μεταφορά δεδομένων (latency). Είναι όλες οι υποδομές κατάλληλες για τη μετάβασή τους και υπάρχει συμβατότητα συστημάτων; Ποια δεδομένα θα μεταφερθούν στο δημόσιο cloud – ένα ερώτημα που απασχολεί ειδικά τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, που δεσμεύονται από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων».

Ο Aleksandar Preradovic, General Manager της Dell Technologies για την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Μάλτα πάλι, τονίζει ότι «το cloud ξεκινά από το ίδιο το data center» και χάρη σε αυτό ο ψηφιακός μετασχηματισμός δημιουργεί ευκαιρίες ανάπτυξης και κερδοφορίας, όταν οι τεχνολογικές υποδομές ανταποκρίνονται στην ευελιξία που απαιτούν τα επιχειρηματικά του μοντέλα. Έτσι όπως μας εξηγεί, είναι δυνατόν «με ενιαία εργαλεία διαχείρισης και διατηρώντας την ίδια εμπειρία χρήσης, μπορείτε ήδη να επεκτείνετε το data center σας σε 4.200 παρόχους cloud συμπεριλαμβανομένων των μεγαλύτερων, όπως Amazon AWS, Microsoft Azure και Google Cloud Platform». Έχοντας όπως μας λέει την επιλογή για τη δημιουργία υβριδικών cloud που προσφέρουν την επιλογή στις εταιρείες να καθορίσουν τις απαιτήσεις τους για κάθε φορτίο εργασίας. Για τον Αλέξανδρο Μπεχράκη CCTO της Lamda Helix, η δυναμική που διαμορφώνεται γύρω από τα data centers προέρχεται από το γεγονός ότι το cloud δεν είναι «ένα πράγμα», αλλά πολλές έννοιες που ομαδοποιούμε κάτω από έναν εύηχο τίτλο.

«Υπάρχει public, private και το hybrid cloud, που φαίνεται να είναι η επικρατέστερη τάση. Ανάλογα με το φορτίο που θέλει να τρέξει το IT, τον όγκο, το proximity των δεδομένων, το latency που μπορεί να αντέξει, το functionality που επιθυμεί, την δυνατότητα διασύνδεσης μεταξύ των φορτίων και πολλές ακόμα παραμέτρους, υπάρχει πια ο κατάλληλος συνδυασμός» μας εξηγεί. «Δεν μιλάμε πια για data centers εναντίον cloud, αλλά μαζί με cloud. Χάρη στο hybrid πολλές εταιρείες που στο παρελθόν είχαν δικές τους υποδομές πέρασαν σε outsourced data centers όπως το δικό μας. Κατανοώντας ότι αφού έτσι και αλλιώς πάνε σε μια διαδικασία outsourcing δεν έχει νόημα να διατηρούν παλιές υποδομές, που απαιτούν μεγάλα data room στα υπόγεια τους και περνάνε στο data center campus μας, όπου συνδυάζουν public cloud με κάποιες on premise υποδομές τους. Οι οποίες όμως στο κομμάτι το ηλεκτρομηχανολογικό μπορούν να είναι outsourced σε multi-tenant data centers σαν το δικό μας. Αυτός είναι ο λόγος που έχει οδηγήσει όλο μας τον κλάδο σε ανάπτυξη που συνεχίζεται και τώρα που μιλάμε».

Οι διεθνείς τάσεις φαίνεται να τον επιβεβαιώνουν. Ήδη σύμφωνα με την έρευνα «Data Center Services Market – Growth, Trends, Covid -19 Impact and Forecasts (2021 – 2026)» της Mordor Intelligence, η αγορά των υπηρεσιών data centers που το 2020 είχε εκτιμηθεί στα 48,9 δισεκατομμύρια δολάρια αναμένεται, ως το τέλος του 2026 θα αναπτυχθεί στα 105,6 δισεκατομμύρια δολάρια, με σύνθετο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 13,69%. Σε αυτή την αύξηση ζήτησης πρωταγωνιστεί η Βόρεια Αμερική και ακολουθούν αγορές της Ασίας-Ειρηνικού, με κύριους παίκτες την Ινδία και την Κίνα, φαινόμενο άμεσα συνδεδεμένο και με την αύξηση πληθυσμού και data.

Ένα τσουνάμι data
Για πόσα data μιλάμε ώστε να δικαιολογούν την προοπτική των νέων data center ανά τον πλανήτη; Μελέτες όπως αυτή της statista.com υπολογίζουν ότι τα δεδομένα που θα παράξει, αποθηκεύσει και επεξεργαστεί ο κόσμος μας ως το τέλος του 2021 θα φτάσουν παγκοσμίως τα 79 zettabytes (1 zettabyte = 1.000.000.000.000.000.000.000 bytes) και θα συνεχίσουν να αυξάνονται εκθετικά. Το πρώτο zettabyte αποθηκεύτηκε το 2012 και σε δύο χρόνια, ως το 2016, σύμφωνα με τη Cisco είχαμε πιάσει ήδη το 1,2. Αλλά με την διάδοση του ψηφιακού βίντεο -αρχικά μέσω των απλών χρηστών του διαδικτύου και στη συνέχεια μέσω των ψηφιακών καναλιών εκμετάλλευσης του, από το YouTube ως το Netflix- γιγαντώθηκε. Η αναγκαστική στροφή στο e-commerce λόγω lockdown παρήγαγε περισσότερα data από ποτέ στην ιστορία του. Και προσανατόλισε προς αυτά το παγκόσμιο εμπόριο που θα ζητά διαρκώς νέα.

Τηλεκπαίδευση και τηλεργασία -η οποία αναμένεται να διατηρήσει υψηλά ποσοστά και μετά την πανδημία- ανέβασαν μόνο στο Zoom τους χρήστες από μόλις 10 εκατομμύρια το Δεκέμβριο του 2019, στα 200 εκατομμύρια τον Μάρτιο του 2020. Δημιουργώντας νέα τεράστια data streams. Η αγορά του smart home αναμένεται να απογειωθεί σύντομα, με την statista.com να αναμένει να φτάνει στα 53,45 δις δολάρια το 2022, προσθέτοντας και αυτή νέες ροές δεδομένων στο παγκόσμιο data pool. Η εξάπλωση του 5G και του IoT τόσο στην βιομηχανία όσο και την καθημερινότητα, θα παράξουν νέους επιπλέον ποταμούς δεδομένων.

Αυτή η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού και των αναγκών σε διαχείριση data αναμένεται να συνεχίσει, φουσκώνοντας σε ένα τσουνάμι δεδομένων. Η εκθετική αύξηση των data θα συμπαρασύρει και την ανάγκη «φιλοξενίας» τους, που θα «εκτονωθεί» και σε αυξημένη ανάγκη για data centers.

Εγγύτητα = Ταχύτητα
Όπως αναφέρει η εταιρεία επενδύσεων σε ψηφιακές υποδομές Digital Colony, το network traffic αυξήθηκε μέσα στα lockdown στην Αμερική πάνω από 25% από τα συνηθισμένα νούμερα που παρουσίαζε η ΑΤ&Τ και σχεδόν 50% στην Ευρώπη πάνω από τα αντίστοιχα της Vodaphone. Καθώς η πανδημία έφερε υψηλά workloads στα δίκτυα, η χρήση όλο και περισσότερων data απαιτούσε όλο και περισσότερο bandwidth. Αλλά την εποχή που ΙοΤ και 5G επιβάλουν την φιλοσοφία «slow time is the new down time», όπου το παραμικρό latency ισοδυναμεί με downtime, οι χαμηλές ταχύτητες είναι dealbreaker. Εφαρμογές που θα απαιτούν σχεδόν μηδενικό latency και απρόσκοπτη επικοινωνία και λειτουργία, όπως της εικονικής πραγματικότητας και των αυτόνομων οχημάτων, των big data analytics με τη χρήση ΑΙ και machine learning εφαρμογών, θα δοκιμάσουν τα παγκόσμια δίκτυα. Και θα αναγκάσουν με την σειρά τους να δημιουργηθούν πολλά μικρότερα data centers, ώστε συγκεκριμένα workloads να έρθουν εγγύτερα σε επιχειρήσεις και πελάτες όπου αυτό χρειάζεται. Τοποθετημένα κοντά αν όχι μέσα σε εργοστάσια, εργαστήρια, κόμβους μεταφορών και επικοινωνιών, corporate υποκαταστήματα, αλλά και οπουδήποτε αλλού θα γίνεται η διαχείριση και επεξεργασία των δεδομένων, θα πετυχαίνουν μικρότερους χρόνους διασύνδεσης και επεξεργασίας.

Ειδικοί μάλιστα εκτιμούν ότι οι απαιτήσεις σε ταχύτητες και data θα είναι τέτοιες που δεν αποκλείεται να δημιουργηθούν και μικρά «φορητά» data centers που θα εγκαθίστανται οπουδήποτε για να καλύψουν μεγάλα φορτία data και απαιτήσεις σε ταχύτητα για λίγο χρόνο -κατά την διάρκεια για παράδειγμα μιας συναυλίας, ενός αγώνα ή ενός rally- και με το πέρας τους θα συνεχίζουν το ταξίδι τους προς την επόμενη «αναβλύζουσα» πηγή data. Το μέλλον πάντως των data center θα εμπεριέχει και τον μετασχηματισμό τους. Πολλές από τις επιτόπου διεργασίες στα νέα data center θα αυτοματοποιηθούν και θα ανατεθούν σε ΑΙ και συστήματα RPA (Robotic Process Automation), ενώ θα αλλάξει και η αρχιτεκτονική τους και θα υιοθετήσει τη φιλοσοφία λειτουργίας του cloud για να αυξήσει την αποδοτικότητα και την ευελιξία τους.

H νέα εποχή των data centers
Η απάντηση λοιπόν στην ταχύτητα που προκύπτει είναι -αντί για το καθολικό cloud adoption, ή τα κυκλώπειων διαστάσεων μεγάλα data center- περισσότερες περιφερειακές data center υποδομές ώστε οι edge στρατηγικές να αποδίδουν ταχύτατα.

«Γι’ αυτό και γνωστά global public clouds συνδυάζονται με μικρότερα public cloud και data center τοποθετημένα περιφερειακά όπως στην Ελλάδα -όπου όλοι οι μεγάλοι γνωστοί cloud providers έχουν παρουσία- σε μια λογική multi-cloud, όπου χρησιμοποιούν πολλαπλούς providers, τόσο εθνικούς όσο και διεθνείς για να είναι και πιο θελκτικοί προς τους πελάτες τους. Για να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στους τελικούς χρήστες. Αλλά και γιατί το ίδιο το public cloud έχει πολλές εκφάνσεις στις οποίες το carrier neutral εθνικό data center σαν το δικό μας είναι κρίσιμο» μας λέει ο Αλέξανδρος Μπεχεράκης, ο οποίος υπογραμμίζει την ανάγκη των πελατών στη νέα πραγματικότητα να έχουν και τοπικό processing αλλά και storage για να επιταχύνουν και κάποιες διαδικασίες, σημειώνοντας όμως ότι κάτι τέτοιο για να επιτύχει σε συνδυασμό και με τις on premise υποδομές απαιτεί και αυξημένες ανάγκες connectivity για να συνυπάρξουν όλα με ιδανικό τρόπο. «Αυτό βοηθά και την περεταίρω ανάπτυξη του κλάδου και τις εταιρείες όπως εμάς να αναπτύσσουμε υποδομές. Γι’ αυτό και ο κλάδος και εδώ διανύει όπως και στο εξωτερικό τις καλύτερες του ημέρες».

Το ευρύτερο επιχειρηματικό σκηνικό φαίνεται να μοιράζεται τις ίδιες απόψεις. Ειδικά στη χώρα μας όπου η Microsoft ετοιμάζει την κατασκευή του Data Center Region στην Αττική, το οποίο εκτιμάται ότι θα αποτελέσει επένδυση της τάξης των 400 εκατ. ευρώ και θα περιλαμβάνει πιθανότατα τρία data centers. Αλλά και αρκετές μικρότερες επενδύσεις, της τάξης των 3-10 εκατ. ευρώ που αναμένονται από εταιρείες όπως η Hellas Sat, η Cloudrock και η Lancom. Κάποιοι θεωρούν ότι πρόκειται για φαινόμενο «data gravity», κατά το οποίο καθώς τα οικοσυστήματα φιλοξενίας δεδομένων μεγαλώνουν, αυξανόμενα σε μέγεθος αρχίζουν να δημιουργούν ένα δικό τους «πεδίο βαρύτητας» που έλκει συνεχώς νέες υποδομές, αλλά και νέες ροές δεδομένων, σε έναν αέναο κύκλο ανάπτυξης. Η Αθήνα εσχάτως μοιάζει μια πολύ ελπιδοφόρα data center region στη Νότια Ευρώπη, ίσως ανταγωνιστική της Μασσαλίας στο μέλλον. Πιθανότατα λοιπόν από εδώ υποδομές και διασύνδεση με διαπόντια δίκτυα οπτικών ινών θα κληθούν να ικανοποιήσουν την ακόρεστη δίψα για data centers και zero latency της Ευρώπης που ετοιμάζεται για την data hungry περίοδο της ιστορίας της.

«Το πόσα data center αντέχει και χρειάζεται μια αγορά είναι ανάλογο του μεγέθους της, αλλά και του επιπέδου digital transformation που επιτελείται» εξηγεί ο Αλέξανδρος Μπεχράκης. «Η δική μας εκτίμηση είναι ότι έχουμε ακόμα δρόμο στην Ελλάδα και δεν είμαστε οι μόνοι που το λένε. Γι’ αυτό και επενδύουμε δραματικά με νούμερα πρωτόγνωρα για την Ελλάδα. Έχουμε ήδη ξεκινήσει εργασίες που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο για το “Athens 3” που από μόνο του είναι από τα μεγαλύτερα colocation data centers που υπάρχουν στην Ελλάδα και θα είναι έτοιμο τέλος του επόμενου χρόνου, ως μια τεράστια υποδομή. Ταυτόχρονα είμαστε σε φάση αδειοδότησης και για το “Athens 4” και εξετάζουμε και άλλες επιλογές. Όχι μόνο πιστεύουμε ότι υπάρχει μέλλον, αλλά όπως θα το έλεγαν και οι Αμερικάνοι “we put our money where our mouth is”». Πολλές αναλύσεις παγκόσμια θεωρούν ήδη τα data το «νέο πετρέλαιο» και κατ’ επέκταση οποιοσδήποτε μπορεί να το παρέχει ή να ελέγχει το δίκτυο διανομής του θα είναι κυρίαρχο στην νέα εποχή. O ρόλος των data centers σε αυτό το δίκτυο θα είναι κομβικός καθώς καλούνται να εγγυηθούν την ταχύτητα και την αξιοπιστία του «καυσίμου» της νέας πραγματικότητας.