Ο γάλλος Thierry Breton, διαθέτει μακρά εμπειρία τόσο στον επιχειρηματικό στίβο όσο και στην πολιτική, αλλά και την εκπαίδευση, κατέχοντας πληθώρα από θέσεις ευθύνης. Από μέχρι πρότινος και επί 11 έτη Διευθύνων Σύμβουλος της Atos μέχρι υπουργός Οικονομικών και Βιομηχανίας στην Γαλλία, καθηγητής Ηγεσίας στο Harvard, CEO των France Telecom και Thomson Multimedia κ.ο.κ. Αν μη τι άλλο το κράμα εμπειρίας και γνώσης που συγκεντρώνει και από τις δύο πλευρές του τραπεζιού, είναι αδιαμφισβήτητο, όσο και εξόχως χρηστικό για τις σημερινές του αρμοδιότητες. Ο T. Breton ως Επίτροπος της Κοινότητας για την Εσωτερική Αγορά, έχει -μεταξύ άλλων- στην ατζέντα του την ενίσχυση της τεχνολογικής κυριαρχίας της Γηραιάς Ηπείρου δια μέσω της θέσπισης των κατάλληλων πολιτικών σε μια σειρά από τομείς, όπως λ.χ. των δεδομένων, της τεχνητής νοημοσύνης, του 5G, της διαστημικής τεχνολογίας. Παράλληλα, αποσκοπεί στην περαιτέρω ενδυνάμωση της κυβερνοασφάλειας στην Ευρώπη, καθώς επίσης και στην επεξεργασία μιας μακροχρόνιας στρατηγικής που θα βοηθήσει την βιομηχανία να ηγηθεί της ψηφιακής μετάβασης και του πλήρους ψηφιακού μετασχηματισμού της.

Κύριε Επίτροπε, στο πεδίο του βιομηχανικού μετασχηματισμού, υφίσταται κάποια «καινούργια κανονικότητα»; Εάν ναι, πώς ορίζεται και τι περιλαμβάνει;
Ξέρετε, ανέκαθεν ήμουν… αντιρρησίας όταν έφτανε η ώρα της «κανονικότητας». Μάλιστα, καθ’ όλη τη διάρκεια της μέχρι σήμερα ζωής μου έχω κινηθεί στο δίπολο «πρόβλεψη και διαχείριση». Οτιδήποτε κι εάν αφορούσε: Από προκλήσεις και εργασίες μέχρι εν γένει tasks. Θεωρώ δε, πως ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος προετοιμασίας κάποιου είναι να κινείται με βάση το σκεπτικό πως δεν υφίσταται κάποιου είδους κανονικότητα, καμία τέτοια ημέρα σε καθημερινή βάση. Καμία! Εξάλλου, από την στιγμή κατά την οποία η πανδημία βρίσκεται ακόμη εδώ, δεν θα ήταν δυνατόν να αναφερθώ σε κάποιου είδους κανονικότητα, πολλώ δε μάλλον, νέα. Θα πρέπει να σημειώσω πως η Ευρώπη αποτελεί την κορυφαία γεωγραφική περιοχή σε παγκόσμιο επίπεδο σε ότι αφορά την βιομηχανία, με αναρίθμητα breakthroughs. Βέβαια, εκτός από υπερήφανοι σχετικά με τα επιτεύγματά μας, οφείλουμε να είμαστε και ρεαλιστές σε συνάρτηση με την πανδημία του κορωνοϊού. Κι αυτό, καθώς αναμένεται να μεταβάλλει άρδην το ισχύον περιβάλλον, μα ταυτόχρονα και να επιταχύνει την ανάδυση τάσεων περί της εργασίας σε διεθνές επίπεδο. Σε αυτό το πλαίσιο, οφείλουμε να προβληματιστούμε γόνιμα μα και δημιουργικά σχετικά με την θέση που οφείλει να καταλάβει η Ευρώπη στο υπό διαμόρφωση τοπίο. Αποτελεί πεποίθησή μου πως πρέπει άμεσα να αναζητήσουμε, να εντοπίσουμε και εν συνεχεία να επενδύσουμε στην ψηφιακή τεχνολογία, δια μέσω της οποίας θα στηρίξουμε τη μελλοντική μας κυριαρχία και το εν γένει βιομηχανικό μας αύριο. Είναι -περίπου- ξεκάθαρο πως πρέπει να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τις ευκαιρίες που υφίστανται σε επιμέρους τομείς, όπως λ.χ. στα data, την διασυνδεσιμότητα και την μικροηλεκτρονική. Πρόκειται για θεμέλιους λίθους στους οποίους θα βασίσουμε την μελλοντική μας κυριαρχία.

Άρα, να υποθέσουμε πως μελλοντικά σχεδιάζετε κάποιες εξειδικευμένες στρατηγικές, δράσεις και εν γένει πολιτικές ώστε η Κοινότητα να συμβάλει καταλυτικά στην μεγιστοποίηση του βαθμού επίδρασής τους;
Είναι δεδομένο πως οι τομείς των δεδομένων, της διασυνδεσιμότητας και της μικροηλεκτρονικής βρίσκονται εξαιρετικά ψηλά στην ατζέντα της Επιτροπής. Πόσο μάλλον, από την στιγμή κατά την οποία θεωρούμε πως αναμένεται να λειτουργήσουν ως παράγοντες που θα διευκολύνουν πρόσθετες τεχνολογικές εξελίξεις, ενώ την ίδια στιγμή θα στηρίξουν αποτελεσματικά το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της βιομηχανίας μας και θα μας βοηθήσουν να οικοδομήσουμε και να ορθώσουμε εν τέλει μια αποτελεσματική ευρωπαϊκή «ασπίδα» στον κυβερνοχώρο. Πλέον, στο πλαίσιο της Κοινότητας βαδίζουμε συντονισμένα προκειμένου να ενισχύσουμε την γνώση της ηπείρου μας στους προαναφερθέντες τεχνολογικούς τομείς. Στην περίπτωση κατά την οποία κάνουμε πράξη τις κατάλληλες επενδύσεις σε κρίσιμους τεχνολογικούς τομείς, τότε αναμφίβολα η πραγματική βιομηχανική επανάσταση θα έχει μόλις εκκινήσει στην Ευρώπη!

Μπορείτε να αναλύσετε την οπτική σας ανά τομέα αναφορικά με το τρίπτυχο: «Data, διασυνδεσιμότητα και μικροηλεκτρονική»;
Φαντάζομαι πως όλοι έχουν γίνει κοινωνοί της προσέγγισης πως «τα δεδομένα αποτελούν το νέο… πετρέλαιο της εποχής μας!». Κατ’ επέκταση, θεωρούμε πως η οικονομία των δεδομένων στην Ευρώπη θα αποτελέσει πρωταρχικό πυλώνα της συνολικότερης νέας βιομηχανικής στρατηγικής μας. Και εξηγούμαι: Η κοινωνία εν γένει «γεννά» συντριπτικά μεγάλους όγκους βιομηχανικών και δημόσιων δεδομένων σε καθημερινή -μάλιστα- βάση. Αρκεί να αναλογιστούμε πως μέχρι το 2025 ο συγκεκριμένος όγκος των δεδομένων θα υπερκεράσει τα επίπεδα των 175 Zettabytes, ήτοι ένα επτάκοις εκατομμύρια bytes (10007 bytes) ή αλλιώς 1021 bytes), την στιγμή κατά την οποία το 2018 το αντίστοιχο μέγεθος δεν ξεπερνούσε τα 33 Zettabytes! Αναμένεται, λοιπόν, να υπάρξει τουλάχιστον πενταπλασιασμός του όγκου των δεδομένων σε ελάχιστο χρόνο. Δεν χρειάζεται παρά να λάβουμε υπόψη μας τον τομέα της αυτοκίνησης. Τα σημερινά «κλασικά» οχήματα παράγουν περί τα 25 Gigabytes δεδομένων σε ωριαία βάση. Όταν, όμως, εισέλθουν στην αγορά τα αυτόνομης οδήγησης αυτοκίνητα, τότε το εν λόγω μέγεθος θα… εκτοξευτεί σε Terabytes, τα οποία θα είναι σε θέση να αξιοποιηθούν λ.χ. για την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών που σχετίζονται με αυτά. Άρα, θα πρέπει να υπάρξει μια διάχυση των δεδομένων που προέρχονται από τα οχήματα προκειμένου να ενδυναμωθεί η αναζήτηση της καινοτομίας. Αρκεί αυτό να γίνεται πράξη με ασφάλεια και σε ένα κατάλληλα προκαθορισμένο πλαίσιο λειτουργίας. Υπό αυτό το πρίσμα, στους κόλπους της Κοινότητας είναι -πλέον- ξεκάθαρο πως τα δεδομένα πρόκειται να μεταβάλλουν θεμελιωδώς τον τρόπο που λαμβάνει χώρα σήμερα η παραγωγή, η κατανάλωση, ακόμη και ο τρόπος ζωής μας. Από την πλευρά μας ως ήπειρος, δεν θα έλεγα πως υστερούμε σε κάποιον σχετικό τομέα περί των δεδομένων. Κάθε άλλο, μάλιστα, σε σημείο ώστε να μπορούμε να ηγηθούμε στην άτυπη «κούρσα» των big data, προς όφελος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, καταναλωτών και υπαλλήλων.

Το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πλατφορμών που κυκλοφορούν έχουν σχεδιαστεί και αναπτυχθεί έχοντας στο επίκεντρο της λειτουργίας και του ενδιαφέροντός τους την λογική του B2C μοντέλου, πόσο σας προβληματίζει;
Αυτό που αναφέρετε ισχύει ως ένα βαθμό. Επιπροσθέτως, αυτές οι πλατφόρμες είναι αδύνατον να είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τους αυστηρούς όρους και τα εν γένει πρότυπα που απαιτεί και επιβάλει η ίδια η βιομηχανία. Από κάθε άποψη – τεχνολογικής, ασφάλειας, πληθώρας υπηρεσιών, διασύνδεσης, ευχρηστίας κ.ο.κ. Οφείλουμε να δράσουμε με ταχύτητα και αποφασιστικότητα, καθώς οι ανταγωνιστές μας ήδη κινούνται επιθετικά προς την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής αγοράς, επιχειρώντας να διεισδύσουν και να προσεταιριστούν μέρος της συνολικότερης αξίας της. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να αναπτύξουμε κατάλληλες υποδομές που με την σειρά τους θα επιτρέπουν την αποθήκευση, τη χρήση και τη δημιουργία εφαρμογών που θα βασίζονται σε δεδομένα ή υπηρεσίες Τεχνητής Νοημοσύνης (AI). Μάλιστα, σας αποκαλύπτω πως η Κοινότητα σκοπεύει να προβεί άμεσα στην δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Συμμαχίας για τα Βιομηχανικά Δεδομένα και το Cloud, προκειμένου να αναπτύξουμε εναλλακτικές λύσεις και στο τέλος της ημέρας να οδηγηθούμε στην κορυφή της οικονομίας των δεδομένων! Προσπάθειες, που φιλοδοξούμε πως θα μπορούσαν να συγχρηματοδοτηθούν από έναν συνασπισμό μέλη του οποίου θα αποτελούσαν τα κράτη-μέλη της Κοινότητας, η βιομηχανία εν συνόλω και σε κάθε της έκφανση και φυσικά η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η τελευταία δε, δύναται να επενδύσει ένα αξιοπρόσεκτο ποσό που ενδεχομένως να ανέρχεται στο ύψος των 2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ξέρετε, η προαναφερθείσα συμμαχία μπορεί να εκληφθεί και ως μια φυσική ανάπτυξη, όσο και μετεξέλιξη μιας σειράς εθνικών πρωτοβουλιών, όπως λ.χ. η Γαλλο-γερμανική πρωτοβουλία GaiaX, καθώς επίσης και μια ευρωπαϊκή βιομηχανική συμμαχία που θα περιστρέφεται γύρω από πλατφόρμες Cloud-to-edge.

Σημαντικό τμήμα στην υπό διαμόρφωση στρατηγική της Κοινότητας φαίνεται πως κατέχει και ο τομέας των μικροηλεκτρονικών. Αυτό, σε μια λογική αυτονομίας ενόψει της εν δυνάμει αναπτυξιακής έκρηξης των δεδομένων, της συλλογής και επεξεργασίας τους;
Δίχως αμφιβολία, οι επεξεργαστές και μικροεπεξεργαστές, τα chip και οι πάσης φύσεως αισθητήρες, ανάγονται σε άκρως απαραίτητο συστατικό στοιχείο του συνόλου των στρατηγικών αλυσίδων αξίας, όπως λ.χ. τα συνδεδεμένα οχήματα, τα κινητά τηλέφωνα, το Internet of Things (IoT), τους υπερ-υπολογιστές, τον τομέα της Άμυνας, την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) κ.ο.κ. Οπότε, είναι ηλίου φαεινότερο πως δίχως μια αυτόνομη ευρωπαϊκή ικανότητα στην μικροηλεκτρονική, η πρόθεση επίτευξης ευρωπαϊκής ψηφιακής κυριαρχίας παραμένει… άπιαστο όνειρο. Αρκεί να αναφέρω πως σήμερα η Ευρώπη αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 10% της παγκόσμιας παραγωγής, έναντι 6% που ήταν προ πενταετίας. Άρα, η πορεία είναι μια και έχει ανοδική τροχιά, εάν επιθυμούμε ως ήπειρος να κάνουμε την διαφορά. Το timing είναι κάτι παραπάνω από κατάλληλο προκειμένου να επενδύσουμε μαζικά, έτσι ώστε να πετύχουμε την παραγωγή επεξεργαστών υψηλής απόδοσης (μεγέθους 2 έως και 3nm), ξεπερνώντας το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας σε όρους αξίας.

Πρόκειται για ρεαλιστικά όσο και επιτεύξιμα μεγέθη;
Θα αποφύγω να σας απαντήσω μονολεκτικά. Ωστόσο, θα πρέπει να λάβετε υπόψη σας πως η Ευρώπη διαθέτει τις απαιτούμενες δεξιότητες, την τεχνογνωσία και τον αντίστοιχο εξοπλισμό ώστε να καταφέρει να αναπτύξει τη δική της βιομηχανική αλυσίδα αξίας. Σήμερα, στο έδαφός της λειτουργούν τρία κέντρα Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D) που συγκεντρώνουν παγκόσμια αναγνώριση και αποδοχή, καθώς επίσης και επιχειρήσεις έτοιμες να ανελιχθούν συνολικά και να αναβαθμίσουν την δυναμική τους. Επιπροσθέτως, αποτελεί παγκόσμιο παραγωγό των μηχανών που χρησιμοποιούνται προκειμένου να παραχθούν chips διεθνώς. Από την στιγμή κατά την οποία πληρούνται μια σειρά από όρους και προϋποθέσεις, εκτιμώ πως αποτελεί ζήτημα πολιτικής βούλησης και αναβάθμισης της συλλογικής μας επένδυσης. Αυτό τον καιρό επεξεργαζόμαστε τη ιδέα για την δημιουργία μιας ευρωπαϊκής συμμαχίας για τη μικροηλεκτρονική, η οποία θα διαθέτει έναν R&D πυλώνα και έναν αντίστοιχο παραγωγικό. Η δε αρχική συνδυασμένη δημόσια και ιδιωτική επένδυση θα κινείται μεταξύ 20 και 30 δισεκατομμύρια ευρώ. Δείγμα της σημασίας που πρέπει να του δοθεί εάν πραγματικά επιθυμούμε ως ήπειρος να αφήσουμε ανάγλυφα το ψηφιακό μας αποτύπωμα σε διεθνές επίπεδο. Υπό αυτό το πλαίσιο, η αναδόμηση της ικανότητας της Ευρώπης να παράγει υψηλής ποιότητας μικροηλεκτρονικά, αναμένεται να παίξει καταλυτικό ρόλο στην πορεία προς την υλοποίηση της ψηφιακής μας κυριαρχίας.

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που αναδύθηκαν και γιγαντώνονταν με το πέρασμα των ημερών και των εβδομάδων του lockdown, σχετιζόταν με την διασυνδεσιμότητα. Την συνέπεια, την συνέχεια, την αντοχή και το εύρος της.  Πράγματι, ένα από τα lessons learned της πανδημίας του Covid-19 αφορούσε το πόσο σημαντική είναι η υποδομή συνδεσιμότητας για τη στήριξη της ψηφιακής οικονομίας στην Ευρώπη, αλλά και την συμβολή της στην εν γένει προσπάθεια ανάκαμψής της. Αποδείχτηκε στην πράξη πως τα δίκτυα όχι μόνο άντεξαν, μα την ίδια στιγμή κατάφεραν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την αυξημένη ζήτηση που καταγράφηκε και δη στην αρχή της κρίσης. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού. Κάθε άλλο. Δεν σας κρύβω πως φιλοδοξούμε να πετύχουμε καλύτερη, ταχύτερη και ευρύτερη -συνάμα- κάλυψη στο διαδίκτυο μέχρι το 2025. Στόχος μας είναι να διασφαλίσουμε 1 gigabit ανά δευτερόλεπτο λήψης, στην ολότητα του ευρωπαϊκού πληθυσμού!

Πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Με ταχεία και ασφαλή ανάπτυξη της σύνδεσης 5G. Κάτι που μεταφράζεται σε αναγκαιότητα εκχώρησης από μέρους των κρατών-μελών της Ε.Ε. νέων ζωνών φάσματος για το 5G το συντομότερο δυνατό και δη με όρους που συμβάλουν στην προσέλκυση και εν γένει πραγματοποίηση επενδύσεων. Ταυτόχρονα, οφείλουμε να προχωρήσουμε σε όλες τις απαιτούμενες κινήσεις ώστε να προασπίσουμε και προστατεύσουμε την υποδομή μας. Αυτή την λογική, εξάλλου, εξυπηρετούσε το «5G Security Toolbox» που λανσάραμε προ μερικών μηνών και μέσω του οποίου τα κράτη-μέλη της Κοινότητας, οι τηλεπικοινωνιακοί φορείς και οι χρήστες αποκτούν πρόσβαση σε μια σειρά από εργαλεία για την κατασκευή και προστασία της υποδομής με τα υψηλότερα πρότυπα ασφαλείας.

Θα ήταν επιπόλαιο και ενδεχομένως βεβιασμένο εάν κάποιος ισχυριζόταν πως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει στραμμένο το βλέμμα της και στην επόμενη ημέρα, πέραν του 5G;
Κάθε άλλο σας διαβεβαιώ. Ήδη, εξετάζουμε το τι μέλλει γενέσθαι με την γενιά, 6η, που θα ακολουθήσει σε επίπεδο διασυνδεσιμότητας, προκειμένου να προβούμε στις ανάλογες προετοιμασίες. Πόσο μάλλον, από την στιγμή κατά την οποία το next big thing θα αφορά στην επίτευξη της διασυνδεσιμότητας με το διάστημα, ώστε να διασφαλίζεται η παροχή υψηλής ταχύτητας συνδεσιμότητας σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Σήμερα, λαμβάνει χώρα ένας -άτυπος- αγώνας δρόμου σε παγκόσμιο επίπεδο στο πεδίο των ασφαλών υποδομών δορυφορικής επικοινωνίας. Μια ακόμη ευκαιρία ώστε η Ευρώπη να αναδειχτεί σε παγκόσμιο ηγέτη. Πρόθεσή μας είναι κατά την προσεχή πενταετία-εξαετία να εργαστούμε από κοινού σε ένα φιλόδοξο έργο δορυφορικής σύνδεσης προκειμένου να αποκτήσουμε μια αυτόνομη ευρωπαϊκή υποδομή, που θα συμπληρώνει ιδανικά τα υφιστάμενα δίκτυα οπτικών ινών, αλλά και τις 5G εγκαταστάσεις.
Σε συνάρτηση με την κβαντική κρυπτογράφηση, η προαναφερθείσα υποδομή αυτομάτως θα «εξάλειφε» όσες γεωγραφικές ζώνες δεν διέθεταν ευρυζωνική πρόσβαση (νεκρές ζώνες), εξασφαλίζοντας συνδεσιμότητα παντού! Κι αυτό με ασφάλεια, συνέπεια και ταχύτητα.

Βέβαια, τα παραπάνω προϋποθέτουν σειρά επενδύσεων και μετεξέλιξης του τομέα των τηλεπικοινωνιών. Τεχνολογικά μα και λειτουργικά.
Συμφωνώ απολύτως. Μάλιστα, εκτιμώ πως η πραγματοποίηση των φιλοδοξιών συνδεσιμότητας που σκιαγράφησα, έχει ως δεδομένο την αναζήτηση και επίτευξη περισσότερης καινοτομίας, μα και αξιοπρόσεκτων επενδύσεων με την ταυτόχρονη αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού της τηλεπικοινωνιακής αγοράς. Αυτά, θα συμβάλουν στην μορφοποίηση σειράς καινοτόμων υπηρεσιών και δη στα πλαίσια μιας Ενιαίας Ευρωπαϊκής αγοράς.
Οφείλω να ομολογήσω πως σήμερα επικρατεί ένα περιβάλλον έντονου κατακερματισμού στην Γηραιά Ήπειρο, όπου ξεχωρίζουν υποεπιλεγμένα επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται σε εθνικές αγορές και υψηλό κόστος κτήσης εθνικών αδειών ραδιοφάσματος. Αποτέλεσμα; Να περιορίζεται σημαντικά το συλλογικό δυναμικό μας σε σύγκριση με άλλες, άκρως ανταγωνιστικές ηπείρους. Αν μη τι άλλο, έφτασε η στιγμή προκειμένου να ενθαρρύνουμε την επίτευξη της ενοποίησης, διατηρώντας παράλληλα τον θεμιτό, δημιουργικό, όσο και απαιτούμενο ανταγωνισμό προς όφελος των ίδιων των καταναλωτών. Απώτερος σκοπός μας θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.