H Ελπίδα Κυριακού, Διευθύντρια Πληροφορικής του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο Ευαγγελισμός» και συνεργάτιδα του Γενικού Γραμματέα Υπηρεσιών Υγείας, Ιωάννη Κωτσιόπουλου, επί θεμάτων ψηφιακής υγείας, απευθύνει «ανοικτό» κάλεσμα συνεργασίας προς την ΙΤ αγορά,.

Καλοκαίρι του 2020. Το τηλέφωνο της Ελπίδας Κυριακού, Διευθύντριας Πληροφορικής του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο Ευαγγελισμός» και συνεργάτιδα του Γενικού Γραμματέα Υπηρεσιών Υγείας, Ιωάννη Κωτσιόπουλου, επί θεμάτων ψηφιακής υγείας, χτυπά. Το μήνυμα συγκεκριμένο όσο και τηλεγραφικό: «Σε μερικούς μήνες θα πρέπει να έχουμε συντάξει ένα πρόγραμμα για την Υγεία, στο πλαίσιο του συνολικότερου Εθνικού σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας “Next Generation EU – Ελλάδα 2.0”. Σε χρειαζόμαστε on board». Σήμερα, το εν λόγω πρόγραμμα συνολικής αξίας 344,5 εκατομμυρίων ευρώ, έχει εγκριθεί στην ολότητά του.

Το εν λόγω πρόγραμμα φιλοδοξεί να μεταβάλει αισθητά την εικόνα και το περιεχόμενο της παροχής υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας στην χώρα μας.
Κομβικό ρόλο στην ομάδα που ανέλαβε να σχεδιάσει το πλαίσιο, να συντάξει τις προτάσεις και να υποβάλει προς έγκριση το πρόγραμμα των δράσεων για τον τομέα της Υγείας, έπαιξε ο Γενικός Γραμματέας Υπηρεσιών Υγείας, Ιωάννης Κωτσιόπουλος. Ο ίδιος, έχοντας εργαστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο σε θέσεις ευθύνης στο εκεί Εθνικό Σύστημα Υγείας (National Health System – NHS), όπως αυτή του Chief Information Officer (CIO), ενώ ταυτόχρονα αποτελεί μέλος του NHS Digital Academy, διέθετε μια ολοκληρωμένη εικόνα και γνώριζε τα “X and Os”. Ωστόσο, του έλειπε η εικόνα της πλευράς των υγειονομικών παραγόντων.

Κάτι που κατάφερε να «γεφυρώσει» συγκροτώντας μια ευρύτερη ομάδα στελεχών που προέρχονταν από ποικίλες θέσεις στον χώρο της Υγείας, εισφέροντας ο καθένας διαφορετική γνώση στο όλο εγχείρημα. Όσο για τον ρόλο της κυρίας Κυριακού, ήταν κάτι παραπάνω από απαιτητικός, καθώς ουσιαστικά, ολόκληρο το πρόγραμμα για την Υγεία πριν κατατεθεί προς έγκριση στην αρμόδια επιτροπή που είχε αναλάβει τη σύνταξη και κοστολόγηση του συνολικότερου Εθνικού σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας “Next Generation EU – Ελλάδα 2.0”, πέρασε από τα χέρια της!
Ένα από τα εντυπωσιακά στοιχεία είναι και το γεγονός πως το πρόγραμμα για την Υγεία εγκρίθηκε στο σύνολό του, δίχως να υπάρξουν περικοπές. Ούτε ένα ευρώ! Δείγμα, αφενός μεν της σημασίας που δίνεται στην Υγεία από την πλευρά της κυβέρνησης και αφετέρου δε της αναγνώρισης πως υπάρχει αρκετό έδαφος που πρέπει να καλυφθεί και η στιγμή είναι τώρα.

netweek: Κυρία Κυριακού, σε ποιο σημείο βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή με το πρόγραμμα του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) που αφορά στον τομέα της Υγείας;
Ελπίδα Κυριακού: Αυτή τη στιγμή, προσπαθούμε να στελεχώσουμε μια ομάδα στο Υπουργείο Υγείας, διαδικασία που συνοδεύεται από αυξημένο βαθμό δυσκολίας, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο δεν διέπεται και -ουσιαστικά- εκλείπει το ανάλογο θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να συγκροτηθεί ένα dedicated task force το οποίο θα αναλάβει να “τρέξει” ένα έργο σύνθετο, με πολλαπλές παραμέτρους και ιδιαίτερα “σφικτό” χρονικό πλαίσιο υλοποίησης. Παράλληλα, σε αυτές τις περιπτώσεις είθισται να υπάρχει ένας ολόκληρος οργανισμός ή φορέας που έχει υπό την ευθύνη του τόσο την στρατηγική όσο και την υλοποίηση της ψηφιακής υγείας. Κι αυτό, λειτουργώντας αυτόνομα, δίχως να επηρεάζεται από το πολιτικό προσωπικό και ανάλογες ισορροπίες, χειριζόμενος κατά το δοκούν την διαδικασία της στελέχωσής του. Η εν λόγω task force θα έπρεπε να συγκροτούνταν από πολλαπλές ομάδες εργασίες, τα στελέχη των οποίων κατά την προσεχή πενταετία θα είχαν ως αποκλειστικό αντικείμενο απασχόλησης το roll-out των δράσεων και έργων. Ιδανικά, στην χώρα μας η δημιουργία ενός φορέα για την ψηφιακή Υγεία θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη και δη στην υφιστάμενη συγκυρία.

Το τμήμα του συνολικότερου προγράμματος RRF που αφορά στον τομέα της Υγείας δείχνει να διαπνέεται οριζόντια από την πληροφορική.
Πράγματι, η τεχνολογία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο του RRF στον τομέα της Υγείας, που απαρτίζεται από τέσσερις επιμέρους άξονες. Ο πρώτος αφορά στον “Ψηφιακό φάκελο”, ο οποίος μπορεί να βρίσκεται στην επικαιρότητα εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία, δίχως ωστόσο να γίνεται το απαιτούμενο επόμενο βήμα του σχεδιασμού και της υλοποίησης. Κι αυτό, συμπεριλαμβάνει και τον φάκελο της πρωτοβάθμιας υγείας (ΑΗΦΥ), που είχε αναπτύξει προ αρκετών ετών η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης ΑΕ (ΗΔΙΚΑ) και ο οποίος δεν ευδοκίμησε στην χώρα μας. Στόχος μας είναι να αναπτύξουμε τον εθνικό ιατρικό φάκελο, αξιοποιώντας τον υφιστάμενο ΑΗΦΥ ως κόμβο ενός ευρύτερου δικτύου που με την σειρά του θα περιλαμβάνει τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, τα θεραπευτήρια, τα διαγνωστικά κέντρα και κάθε άλλη δομή πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

Η πρόταση που καταθέσαμε στηρίζεται στην διαλειτουργικότητα, αποφεύγοντας την “παγίδα” να μονοπωλείται από ένα και μόνο πληροφοριακό σύστημα. Θα δημιουργηθεί ο πυρήνας με ένα κεντρικό αποθετήριο δεδομένων και στη συνέχεια όλοι ανεξαιρέτως οι κατασκευαστές λογισμικού θα κληθούν να προσαρμοστούν σε αυτό “διαλειτουργώντας” τα συστήματά τους. Μάλιστα, τα έργα που αφορούν στις υποδομές του ιατρικού φακέλου, στο κεντρικό αποθετήριο, στο εθνικό πλαίσιο διαλειτουργικότητας και στον server των κωδικοποιήσεων, αποτελούν τα πρώτα που θα βγουν στην αγορά. Ήδη, ετοιμάζονται τα σχετικά τεχνικά δελτία και εκτιμούμε πως μέχρι τον Οκτώβριο-Νοέμβριο θα έχουμε καταφέρει να τα θέσουμε σε διαβούλευση. Όσο για τον ορίζοντα υλοποίησης του εθνικού ιατρικού φακέλου, μέχρι το τέλος του α’ τριμήνου του 2022 θα πρέπει να έχει συμβασιοποιηθεί.

Ο δεύτερος πυλώνας έχει αναχθεί σε κεφαλαιώδους σημασίας και αφορά στον καρκίνο.
Πράγματι. Πρόκειται δε για μια ιδιαίτερα φιλόδοξη, πλήρη, όσο και ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία, που εισφέρει ξεχωριστή καινοτομία στο “τραπέζι”, ακόμη και σε Πανευρωπαϊκό επίπεδο. Κι αυτό, καθώς στο πλαίσιο της Γηραιάς Ηπείρου δεν υπάρχει κάποιο αντίστοιχο σύστημα, τουλάχιστον σε αυτή την εμβέλεια. Μάλιστα, οι όποιες κινήσεις έχουν μια έντονα αποσπασματική μορφή, οι οποίες έχουν λάβει χώρα σε επίπεδο μεμονωμένων νοσοκομειακών μονάδων ή το πολύ σε clusters νοσοκομείων και όχι σε εθνικό επίπεδο. Αντιθέτως, το δικό μας σχέδιο θα επιχειρήσει μια πιο ολιστική προσέγγιση και για αυτό έτυχε θετική ανταπόκρισης από Κοινοτικής πλευράς, του ιατρικού κόσμου, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας. Η “βάση” του σκεπτικού έγκειται στην δημιουργία ενός απόλυτα σύγχρονου εθνικού μητρώου για τον καρκίνο, το οποίο δεν θα αποτελεί -απλά- ένα προσάρτημα της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, αλλά ένας mini ογκολογικός φάκελος για ολόκληρη την χώρα μας. Επιπλέον, θα αναπτυχθεί ένα σύστημα με πρόβλεψη την συμμετοχή 10 έως 12 νοσοκομείων, που θα περιλαμβάνει state-of-the-art τεχνολογίες και λύσεις, υποδομές για Multidisciplinary Tumor Boards (MDTs), χημειοθεραπευτικά συστήματα, προσαρμογή σε πρωτόκολλα κ.ο.κ. Το “στοίχημα” στο εν λόγω project έγκειται στην ίδια την ουσία του.

Κι αυτό, καθώς συνήθως επαφιόμαστε σε σημαντικό βαθμό σε πρακτικές που ήδη έχουν εφαρμοστεί διεθνώς, προσαρμόζοντάς τις στις ιδιαίτερες απαιτήσεις μας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, βαδίζουμε ανιχνεύοντας το τοπίο, προσθέτοντας κομμάτι-κομμάτι τα δεδομένα που επιθυμούμε να διαθέτει, μορφοποιώντας μια τελική πρόταση-ιδέα.
Δεν ακολουθούμε την συνήθη “πεπατημένη” της ύπαρξης ενός πλαισίου πολιτικής, βάσει του οποίου κινούμαστε προκειμένου να το πλαισίωσουμε με ψηφιακά εργαλεία, εφαρμογές και υποδομές. Αντιθέτως, περιγράψαμε ορισμένες ψηφιακές λύσεις οι οποίες για να ευδοκιμήσουν, με την σειρά τους προϋποθέτουν θεσμικές παρεμβάσεις.

Ξεχωριστή βαρύτητα, όμως, δίνεται και στο σκέλος των νοσοκομείων.
Σε σημείο τέτοιο, ώστε να αποτελεί τον πυλώνα του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για την Υγεία, με τον μεγαλύτερο προϋπολογισμό, καθώς θα πρέπει να θεμελιωθούν τα ιατρικά πληροφοριακά συστήματα, ουσιαστικά να προδιαγραφούν οι ιατρικοί φάκελοι, να υλοποιηθούν και κυρίως να αξιοποιηθούν, ενώ παράλληλα θα πρέπει να εκσυγχρονιστούν πλήρως οι υποδομές των νοσοκομείων και κυρίως τα τοπικά δίκτυα, ορισμένα εκ των οποίων έλκουν την λειτουργία τους από τις αρχές της τρέχουσας χιλιετηρίδας, Σε αυτό το σημείο έχω να καταθέσω την προσωπική μου άποψη, η οποία προκύπτει από την υπερεικοσαετή απασχόλησή μου στον τομέα της πληροφορικής της υγείας και δη του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο Ευαγγελισμός». Θεωρώ πως ο Δημόσιος Τομέας δεν αντιμετωπίζεται από την ελληνική αγορά Πληροφορικής με την δέουσα προσοχή και σεβασμό που του οφείλεται ως πελάτης.

Πρόκειται για μια πραγματικότητα που οφείλει να μεταβληθεί άρδην, καθώς το Δημόσιο δεν μπορεί να θεωρείται ως ο… “εύκολος πελάτης”, που θα του παραδοθεί ένα σύστημα, το οποίο έχει πληρωθεί αρκούντως ικανοποιητικά, δίχως να υπάρχει η παραμικρή πρόνοια για την θέση του σε ομαλή λειτουργία. Αρκεί να αναλογιστεί κάποιος πόσα Ολοκληρωμένα Πληροφοριακά Συστήματα Υγείας (ΟΠΣΥ) πληρώθηκαν και τελικά δεν λειτούργησαν, ώστε να αντιληφθεί την αναγκαιότητα αλλαγής κουλτούρας και θεμελιώδους στάσης. Πλέον, δεν έχουμε την παραμικρή πολυτέλεια να αντιμετωπίζουμε με ελαφρότητα και αδιαφορία τόσο κεφαλαιώδους σημασίας ζητήματα. Όταν το Δημόσιο πληρώνει λ.χ. 30 εκατομμύρια ευρώ για την προμήθεια ενός ολοκληρωμένου συστήματος, αυτό που θα λάβει ως παραδοτέο θα πρέπει να είναι αντίστοιχης αξίας. Οι καιροί κατά τους οποίους επιλεγόταν η λογική των ισορροπιών σε επίπεδο προμηθευτών, μόνο και μόνο προκειμένου να μην δυσαρεστηθεί κάποιος, πρέπει να λάβουν τέλος! Οφείλουμε να υιοθετήσουμε εμπράκτως την στρατηγική πως οι καλύτεροι θα πρέπει να αναλαμβάνουν το “x” έργο.

Ο τέταρτος άξονας του προγράμματος του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σχετίζεται με την τηλεϊατρική.
Το εν λόγω έργο περιγράφεται ως μια επέκταση του εθνικού δικτύου τηλεϊατρικής της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας σε ολόκληρη τη χώρα, με ορισμένες επιπλέον υπηρεσίες. Ωστόσο, το πρώτο παραδοτέο του εν λόγω έργου θα πρέπει να αφορά στο θεσμικό πλαίσιο, καθώς σήμερα η τηλεϊατρική στερείται αυτού και κατ’ επέκταση δεν υφίσταται ένα ξεκάθαρο modus operandi.
Μάλιστα, ενδεχομένως να αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τον οποίο ο θεσμός της τηλειατρικής μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να εξελιχθεί με βάση τα δεδομένα που ισχύουν σε διεθνές επίπεδο. Πόσο, μάλλον, από τη στιγμή κατά την οποία σήμερα υπάρχει πανσπερμία αντίστοιχων εφαρμογών και στην πατρίδα μας και άρα υπάρχει αναγκαιότητα υιοθέτησης ενός σύγχρονου ρυθμιστικού πλαισίου που θα καθορίζει το περιβάλλον στο οποίο θα λειτουργούν.