Το desktop virtualization έχει την ικανότητα να μειώσει τις δαπάνες, να απλοποιήσει τις πολύπλοκες αλλαγές λογισμικού, να βελτιώσει την ασφάλεια, να ενισχύσει τη διαχείριση της συμμόρφωσης και να ενεργοποιήσει την επιχειρηματική ευκινησία.

Η παραγωγικότητα μπορεί να βελτιωθεί με διαφόρους τρόπους. Βελτιώνοντας, για παράδειγμα, την εμπειρία χρήστη και την αποτελεσματικότητα της υποδομής. Μπορεί, επίσης, να βελτιωθεί από απλές ενέργειες, όπως είναι το server consolidation που επιτυγχάνεται σε έναν απλό server, ο οποίος τρέχει πολλαπλά virtual machines. Και καθώς η παραγωγικότητα αυξάνει τα έσοδα, είναι λογικό οι εταιρείες να επενδύουν σε τεχνολογίες που την ωθούν.

Ολα, ωστόσο, καταλήγουν στο δίκτυο, το οποίο κατακλύζεται με δεδομένα, με τις απαιτήσεις να αυξάνουν συνεχώς. Εσωτερικά, οι απαιτήσεις για περισσότερα δεδομένα προέρχονται από εφαρμογές «πλούσιες» σε περιεχόμενο, virtual desktop υποδομές (VDI), streaming video και επικοινωνίες VoIP. Εξωτερικά, οι υποδομές cloud και η αυξημένη πρόσβαση από φορητές συσκευές στρεσάρουν το δίκτυο. Αυτό κάνει επιτακτική τη λήψη μέτρων που θα διασφαλίζουν τη βελτιστοποίηση των δικτύων, ώστε να μπορέσουν να φιλοξενήσουν τόσο πολλά δεδομένα και διαφορετικές συσκευές.

Επιπρόσθετα, για τη διαχείριση της δραματικά αυξανόμενης κυκλοφορίας των δεδομένων, η βελτιστοποίηση του WAN βοηθά τις επιχειρήσεις να σώσουν χρήματα με τρεις διαφορετικούς τρόπους:μειώνοντας το συνολικό κόστος της δικτύωσης, διασφαλίζοντας τη βέλτιστη απόδοση των εφαρμογών και, εν τέλει, αυξάνοντας την παραγωγικότητα των χρηστών.

Περισσότερη βελτιστοποίηση
Οι οργανισμοί χρησιμοποιούν διάφορες πρόσθετες τεχνικές για να μειώσουν ακόμα περισσότερο το κόστος τους, όπως είναι το data center consolidation, το virtualization, το cloud και οι αυτοματοποίηση. Καθένας από αυτούς τους παραπάνω τρόπους μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τις επιδόσεις των εφαρμογών στο δίκτυο, κάνοντας περισσότερο επιτακτική την ανάγκη βελτιστοποίησης του WAN. Το data center consolidation οδηγεί, για παράδειγμα, σε μια σημαντική μείωση του κόστους. Οι οργανισμοί επιδιώκουν να ενοποιούν γι’ αυτό το λόγο τα data centers τους. Στόχος τους είναι να κεντρικοποιούν την υποδομή τους και να απλοποιούν τη διαχείριση μέσω της στανταροποίησης των συστημάτων τους και δικτύων τους, μειώνοντας τα κόστη υποδομής.

Λιγότερα data centers απαιτούν λιγότερους πόρους από το ΙΤ για τη διαχείρισή τους και με λιγότερο hardware προς διαχείριση, το IT μπορεί να ωθήσει περαιτέρω τη συνολική αξιοπιστία και ασφάλεια. Οι οργανισμοί εκμεταλλεύονται, επίσης, τα πλεονεκτήματα της ενοποίησης μέσω του server virtualization, ήτοι τη δυνατότητα χρησιμοποίησης μεγαλύτερης χωρητικότητας εντός του server, φιλοξενώντας πολλαπλά virtual machines, τα οποία με τη σειρά τους τρέχουν περισσότερες εφαρμογές. Οπως γίνεται και με το data center consolidation, το server virtualization μειώνει τον αριθμό των φυσικών μηχανών που το ΙΤ χρειάζεται να υποστηρίξει.

Το server virtualization υποστηρίζει, επίσης, το cloud, καθώς τα virtual machines μπορεί να τρέξουν παντού – σε ένα public cloud, σε ένα private cloud ή σε ένα υβριδικό σενάριο. Με λιγότερα data centers και περισσότερο cloud, οι χρήστες «απομακρύνονται» από τα δεδομένα που χρειάζονται για να κάνουν τη δουλειά τους. Αυτή η απόσταση επηρεάζει δραστικά τις επιδόσεις των εφαρμογών, προκαλώντας ενδεχόμενα συμφόρηση στη δικτυακή ροή δεδομένων , αυξάνοντας το latency (με αναπόφευκτες καθυστερήσεις που επηρεάζουν τις επιδόσεις).

Αυτό δεν αποτελεί απλά ένα τεχνικό θέμα που σχετίζεται με τα συστήματα και τη δικτύωση. Με τις πολυεθνικές εταιρείες να επενδύουν όλο και περισσότερο σε συνεργατικά εργαλεία, όπως είναι τα shared portals για την αποθήκευση των τελευταίων εκδόσεων των εγγράφων τους και τα εργαλεία τηλεδιασκέψεων, οι επιδόσεις του δικτύου μετατρέπονται σε θέμα παραγωγικότητας. Πολλές επιχειρηματικές δραστηριότητες, από την ανάπτυξη προϊόντων έως το συμψηφισμό λογαριασμών, εξαρτώνται από τη συνεργατικότητα. Οι καλύτεροι υπάλληλοι μπορούν να προσφέρουν την εργασία τους, οι ταχύτεροι φέρνουν αποτελέσματα. Οπως ένα ταχύτερο “time-to-market” όταν έχουμε να κάνουμε με την ανάπτυξη προϊόντων ή ένα μεγαλύτερο uptime στο troubleshooting. Σε κάθε περίπτωση ένα καλό τελικό αποτέλεσμα μεταφράζεται σε αύξηση των εσόδων για την εταιρεία.

Εξάλλου, αν οι χρήστες δοκιμάσουν αυτές τις υπηρεσίες, αλλά βρεθούν αντιμέτωποι με προβλήματα χαμηλών επιδόσεων, τότε κατά πάσα πιθανότητα θα σταματήσουν να τις χρησιμοποιούν. Μια τακτική που ενδεχόμενα ακολουθούν οι οργανισμοί είναι να δημιουργούν απλά περισσότερο bandwidth. Αλλά αυτό είναι ισοδύναμο με την προσθήκη μιας ακόμα λωρίδας κυκλοφορίας σε έναν αυτοκινητόδρομο κάτι το οποίο σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με μια ακριβή και βραχυπρόθεσμη λύση, ειδικά όταν η κυκλοφορία στο δίκτυο αυξάνει συνεχώς.

Επιπλέον, η προσθήκη επιπλέον bandwidth δεν έχει καμία επίδραση στο latency του δικτύου, ειδικά για μεγάλες αποστάσεις. To latency του δικτύου δρα ως όριο ταχύτητας για τις επιδόσεις των εφαρμογών, ακόμα και όταν υπάρχει άφθονο bandwidth. Στην πραγματικότητα, οι οργανισμοί δεν μπορούν να διαχειριστούν ικανοποιητικά την εκθετική αύξηση με γραμμικές λύσεις. Για να μπορέσει το IT να διαχειριστεί τα θέματα συμφόρησης του bandwidth και του latency του δικτύου, θα πρέπει να λάβει υπόψη του λύσεις βελτιστοποίησης του WAN που εξορθολογίζουν τα δεδομένα και διασφαλίζουν την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών (Quality of Service, QoS).


Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει μια λύση, ένα εργαλείο WAN optimization, που θα δίνει απαντήσεις σε όλα τα προβλήματα. Κάθε δικτυακό περιβάλλον έχει διαφορετικές απαιτήσεις, οι οποίες καθορίζουν το τρόπο ενσωμάτωσης των προϊόντων διαφορετικών vendors για την παροχή μιας ολοκληρωμένης λύσης. Για κάθε κλασικό πρόβλημα υπάρχει, ωστόσο, μια τυπική λύση όπως:

Ανεπαρκές bandwidth
O πολλαπλασιασμός των apps που καταναλώνουν δικτυακούς πόρους ασκεί μια πίεση στα δίκτυα WAN, περιορίζοντας το διαθέσιμο bandwidth. H συμπίεση των δεδομένων αποτελεί μια τεχνολογία κλειδί για την αντιμετώπιση τέτοιων πιέσεων. Λειτουργεί καλά για τα περισσότερα δεδομένα, εκτός από τα real time multimedia – όπως είναι το Voice over IP (VoIP) ή το video conferencing – τα οποία είναι ήδη συμπιεσμένα και δεν υπάρχει κάποιο όφελος από τεχνικές απλής συμπίεσης. Οι λύσεις WAN optimization ενσωματώνουν τη δυνατότητα συμπίεσης με πολλούς τρόπους, όπως:

  • Στάνταρ συμπίεση: Αυτή η μέθοδος δέχεται ροές δεδομένων και επιστρέφει μια συρρικνωμένη έκδοση τους, εξοικονομώντας bandwidth.
  • Caching: Αυτή η τεχνική μειώνει τα δεδομένα αποθηκεύοντας μια πρόσφατη έκδοση τους στη μνήμη cache. Οταν ζητηθούν για δεύτερη φορά και βρίσκονται στην cache, τότε στέλνεται το αντίγραφο τους, εξαλείφοντας με αυτόν τον τρόπο την ανάγκη επαναποστολής τους.Το caching είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για περιβάλλοντα όπου γίνεται file sharing στο WAN ή όπου ο email server βρίσκεται σε κεντρικό και όχι σε απομακρυσμένο σημείο του δικτύου.
  • Deduplication: Στην προκειμένη περίπτωση μειώνονται τα δεδομένα αναγνωρίζοντας τις επικαλύψεις/επαναλήψεις στα bytes.

Application optimization
Aν και οι τεχνικές συμπίεσης μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση των επιδόσεων, η βελτιστοποίηση των εφαρμογών, ώστε να τρέχουν σε WANs, προσφέρει πολλά περισσότερα οφέλη σε σχέση με την απλή συμπίεση. Το application optimization μπορεί να προσφέρεται από το ίδιο hardware που χρησιμοποιείται για τη συμπίεση, αλλά υπάρχει μια σημαντική διαφορά: απαιτείται η χρήση μόνο μιας συσκευής, δίπλα στον app server. Και καθώς το application optimization επηρεάζει άμεσα και την κίνηση στο Web, τα οφέλη τα γεύονται όλοι οι χρήστες των apps και όχι μόνο οι χρήστες του WAN.

Διαχείριση bandwidth
Οι multimedia εφαρμογές φωνής και βίντεο απαιτούν ένα αρκετά σταθερό και προβλέψιμο bandwidth, εφόσον ο αριθμός των χρηστών τους είναι γνωστός και ελέγξιμος – κάτι το οποίο συνήθως δεν συμβαίνει. Αλλες εφαρμογές, όπως το email και τα βασισμένα στο Web προγράμματα, τείνουν να είναι περισσότερο «εκρηκτικές» όσον αφορά τις απαιτήσεις τους στο bandwidth. Φυσικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν μηχανισμοί QoS (Quality of Service) που να εγγυώνται συγκεκριμένο bandwidth και ιεράρχηση για κάθε app.

Ωστόοο, λίγα εταιρικά δίκτυα λειτουργούν σήμερα έτσι. Τα πολλαπλά data centers, η επικοινωνία ανάμεσα σε υποκαταστήματα και η χρήση γενικά διαχειριζόμενων κυκλωμάτων (όπως είναι το Internet, τα shared services κ.λπ.) έχουν περιορίσει την ικανότητα των απλών μηχανισμών QoS για την παροχή εγγυημένα αποδεκτών επιδόσεων στα apps. H διαχείριση του bandwidth γίνεται πλέον από τους vendors των λύσεων WAN optimization με διάφορες τεχνικές, παρέχοντας έτσι μια σοφιστικέ αμφίδρομη διαχείριση της κυκλοφορίας στο δίκτυο.

Link balancing & dynamic routing
Aν και τα SLAs (Service Level Agreements) μπορούν να θέσουν τις προδιαγραφές, κάθε διαχειριστής δικτύου πρέπει να είναι προετοιμασμένος για τη στιγμή διακοπής της σύνδεσης. Οταν χρησιμοποιούνται κρίσιμες επιχειρηματικές εφαρμογές στο δίκτυο, οι περισσότεροι οργανισμοί επιλέγουν τις διπλές συνδέσεις (dual links), ώστε να ελαχιστοποιήσουν τα μπλοκαρίσματα που δημιουργούνται από τα peaks της κυκλοφορίας ή από τα όποια προβλήματα στο δίκτυο. Η ύπαρξη πολλαπλών συνδέσεων δεν εγγυάται την υψηλή διαθεσιμότητα, καθώς πρέπει να χρησιμοποιηθούν μηχανισμοί που θα εκμεταλλευτούν αυτές τις συνδέσεις.

Στην περίπτωση των συνδέσεων VPN, ορισμένοι οργανισμοί χρησιμοποιούν πρωτόκολλα δυναμικής δρομολόγησης όπως είναι το πρωτόκολλο Open Shortest Path First (OSPF) – ή για μικρότερα δίκτυα το Routing Information Protocol (RIP) – για να εκμεταλλευτούν τα διπλά links. Σε κάθε περίπτωση οι διαχειριστές του δικτύου πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί όταν αξιολογούν προτάσεις vendors που περιλαμβάνουν τo link balancing και το dynamic routing, καθώς συχνά αυτές οι τεχνολογίες απαιτούν πολύ εξειδικευμένες διαμορφώσεις δικτύου για τη σωστή λειτουργία τους, ενώ ενδέχεται να δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από αυτά που επιλύουν.

Εν κατακλείδι
Το WAN optimization αποτελεί μια συνεχή άσκηση, στόχος της οποίας είναι να απομυζήσει τα μέγιστα από κάθε ευρώ που δαπανάται για το δίκτυο. Πριν προχωρήσει κανείς στην επιλογή μιας λύσης WAN Optimization θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις παραμέτρους και να ξεκαθαρίσει ποιες τεχνολογίες έχουν προτεραιότητα για τα δίκτυα του. Και σε κάθε περίπτωση οφείλει να έχει κατά νου ότι δεν υπάρχει κανένας vendor που να παρέχει μια λύση «όλα σε ένα». Η δυσκολία που υπάρχει στην περίπτωση αυτή είναι να ξεχωρίσει κανείς που υπάρχει επικάλυψη ανάμεσα στα προϊόντα διαφορετικών vendors, επιλέγοντας στο τέλος αυτά που καλύπτουν αποτελεσματικότερα τις απαιτήσεις του.