Παρά την κυριαρχία παικτών όπως η Κίνα και η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία φαίνεται να ετοιμάζει μεθοδικά την επιστροφή της στον αγώνα για την κυριαρχία στο χώρο της τεχνολογικής καινοτομίας, ενισχύοντας το deep tech οικοσύστημα του Κιότο.

Η Enecoat Technologies αναπτύσσει τη λεπτή διάφανη μεμβράνη Perovskite που κολλώντας τη στο εσωτερικό κάθε γυαλιού παραθύρου ή πόρτας θα το μετατρέπει σε φωτοβολταϊκό πάνελ. Αναμένεται να βγει στην αγορά μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια και στη συνέχεια θα αναπτυχθεί και μια εκδοχή της για χρήση στο ύπαιθρο. Η Flosfia ετοιμάζει μια σειρά microchips που θα επιτρέπουν την καλύτερη διαχείριση της ενέργειας ενός συστήματος πολλαπλασιάζοντας την διάρκεια ζωής του, αλλά κυρίως των κύκλων λειτουργίας του ανάμεσα στις φορτίσεις, στοχεύοντας κυρίως στην αγορά ηλεκτρικών οχημάτων.
Και οι δύο startup έχουν πέρα από την τεχνολογική καινοτομία, πολλά ενδιαφέροντα κοινά στοιχεία. Προέκυψαν από το πανεπιστήμιο του Κιότο, χρηματοδοτούνται αδρά από αυτό και ως μέρος του deep tech οικοσυστήματος είναι τυπικά δείγματα του τρόπου με τον οποίο μια ολόκληρη χώρα στρέφεται σε αυτό για να ξαναβρεθεί στην κορυφή της τεχνολογικής πρωτοπορίας, με μεθοδικότητα τυπική για την χώρα του ανατέλλοντος ηλίου.

Η Ιαπωνία είναι η χώρα που έγινε ίσως το δημοφιλέστερο αντικείμενο μελέτης για τον τρόπο που η τεχνολογία μπορεί να αλλάξει το μέλλον μιας χώρας. Βγήκε εντελώς κατεστραμμένη από το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, -η μόνη χώρα που έχει δεχθεί δύο πυρηνικές επιθέσεις- σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, με τρομακτική επισιτιστική και ενεργειακή κρίση. Σε λιγότερο από τρεις δεκαετίες το πλεόνασμα στο ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών της τρόμαζε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Το συστατικό της επιτυχίας της δεν υπήρξε ποτέ μυστικό. Η ραγδαία κοινωνική αλλαγή της επέτρεψε να μάθει στην αρχή να αντιγράφει κάθε δυτικό τεχνολογικό επίτευγμα και σχεδόν αμέσως να το συνδυάζει με την επί αιώνες εξελιγμένη φιλοσοφία βελτιστοποίησης των πάντων, δημιουργώντας ένα τσουνάμι τεχνολογικής καινοτομίας που σάρωσε τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Τελικά, αν η Δύση έβαζε τις αρχές της τεχνολογικής και ψηφιακής επανάστασης, ήταν η Ιαπωνία που την μοίρασε σε ολόκληρο τον πλανήτη βάζοντας ειδικά το digital μπροστά από χιλιάδες αντικείμενα και τους ημιαγωγούς σε μαζική, φθηνή αλλά αξιόπιστη παραγωγή. Χρειάστηκαν δεκαετίες πριν μοιραία μείνει πίσω από καινούργιες tech υπερδυνάμεις, όπως η Νότια Κορέα, η Ινδία και η Κίνα, αλλά τώρα μοιάζει να ετοιμάζεται ξανά για άλλο ένα άλμα στο μέλλον, χάρη σε μια νέα «φουρνιά» από tech startups που κατηγοριοποιούνται κάτω από την ταμπέλα deep tech.

Μικρές εταιρείες, μεγάλες χρηματοδοτήσεις, τεράστια δυναμική
Πρόκειται για μικρές εταιρείες που προσπαθούν να δώσουν τεχνολογικές λύσεις βασισμένες σε επιστημονική έρευνα πολλών ετών και οι οποίες θα οδηγήσουν σε προϊόντα και υπηρεσίες που θα εγγυούνται την πετυχημένη εμπορική εφαρμογή. Απαιτούν πάντα μακρόχρονη και «γενναία» χρηματοδότηση, αλλά όταν το καταφέρουν η αξία που αποδίδουν είναι υπερπολλαπλάσια της επένδυσης, τόσο σε χρήμα όσο και σε ανταγωνιστικότητα.

Το επιχειρηματικό μοντέλο του deep tech δεν είναι καινούργιο. Ο ίδιος ο όρος υπάρχει αρκετά χρόνια, αλλά αφορούσε δύο κυρίως οικοσυστήματα όπου «τα λεφτά δεν είναι ζήτημα». Δηλαδή αυτά των τηλεπικοινωνιών και των οπλικών συστημάτων, όπου λόγω μεγέθους και χρηματοδοτήσεων λογικά μας έρχονται στο μυαλό αντίστοιχοι κολοσσοί τύπου Raytheon και Dassault. Οπότε λογικό να αναρωτιέστε τι δουλειά έχει με το deep tech μοντέλο η Ιαπωνία στην οποία απαγορεύεται και από το σύνταγμα της να έχει καν στρατό; Και η αλήθεια είναι ότι η ερώτηση θυμίζει το «τι δουλειά έχουν οι Ιάπωνες στα παγκόσμια ράλι μηχανοκίνητων» πίσω στα sixties. Και η απάντηση μπορεί να είναι απλή: «Ήρθαν για να κυριαρχήσουν». Το ερώτημα είναι το «πώς».

Γνώση +Χρήμα=Καινοτομία
Στην μικρή -σε σχέση με το Τόκιο- πόλη του Κιότο, το πανεπιστήμιο μετατρέπει εδώ και δεκαετίες όλη την πόλη σε επίκεντρο του deep tech. Η «ένταση γνώσης» που διαθέτει, έχει βγάλει από τις αίθουσες του τους περισσότερους βραβευμένους με Νόμπελ επιστήμονες -έντεκα συνολικά- από οποιοδήποτε άλλο στην Ασία. Επιπλέον, χάρη στο budget των 300 εκατομμυρίων για ενίσχυση της έρευνας και επιχειρηματικότητας από την ιαπωνική κυβέρνηση, δημιούργησε το 2015 δύο δικά του venture capital funds που μπορούν να χρηματοδοτούν τις startup των αποφοίτων. Έτσι, στα επτά χρόνια της ύπαρξης τους διπλασίασαν τις startup των πανεπιστημιακών ερευνητών του πανεπιστημίου, που αισίως έφτασαν τις 242, αριθμός που ξεπερνά μόνο το πανεπιστήμιο του Τόκιο, το οποίο όμως υπολείπεται ήδη του Κιότο σε ρυθμό ανάπτυξης τους. «To πανεπιστήμιο του Κιότο είναι κορυφαίο στους τομείς της καθαρής ενέργειας, της αναγεννητικής ιατρικής και της έρευνας βλαστοκυττάρων, αλλά για να εμπορευματοποιήσουμε τα ευρήματα μας χρειάζεται χρόνος και χρήμα, δηλαδή επένδυση ακόμα και 20 ετών όταν το μέσο venture capital μετά βίας φθάνει τα 10» λέει χαρακτηριστικά ο Koji Murota, επικεφαλής του «Office of Society-Academia Collaboration for Innovation» του πανεπιστημίου. Έτσι, η προαναφερθείσα Enecoat Technologies πήρε χρηματοδότηση 3,6 εκατομμυρίων δολαρίων με επενδυτικό ορίζοντα τουλάχιστον 12 ετών.

Πέρα όμως από το χρήμα, σημαντικό ρόλο παίζει και η κουλτούρα τεχνολογικής καινοτομίας της περιοχής. Μιλάμε για την πόλη όπου μια μικρή εταιρεία που έφτιαχνε τράπουλες από το 1889 εξελίχθηκε στον tech γίγαντα του gaming που ξέρουμε ως Nintendo και το μέρος όπου το 1959 ιδρύθηκε από τον Kazuo Inamori ο κολοσσός της Kyocera. «Η μοναδικότητα του Κιότο είναι ότι είναι μικρό και πολυδιάστατο», εξηγεί ο απόφοιτος του πανεπιστημίου του και CEO της Flosfia, Toshimi Hitora. «Το πανεπιστήμιο είναι στην καρδιά του και με τόσους πολλούς ερευνητές σε μια μικρή κοινότητα, όλοι έχουν πρόσβαση στην πληροφορία και τη γνώση, ώστε να μπορούν να ξεκινήσουν μια επιχείρηση. Αλλά οι επιχειρήσεις εδώ έχουν λίγους τοπικούς πελάτες, οπότε εξορισμού προσανατολίζονται στη διεθνή αγορά και αναγκάζονται να σκέφτονται ανάλογα από την αρχή. Εμείς ξεκινήσαμε τη Flosfia πριν από δέκα χρόνια και ως deep tech χρειαζόμαστε πολύ χρόνο ακόμα να αναπτυχθούμε, οπότε είναι πολύ σημαντικό ότι εδώ αυτό είναι κατανοητό».