Ο παγκόσμιος ψηφιακός μετασχηματισμός ανεβάζει διαρκώς τη ζήτηση δεξιοτήτων στις τεχνολογίες πληροφορικής πολύ γρηγορότερα από όσο οι εκπαιδευτικές υποδομές μπορούν να τις αποδώσουν στους ανθρώπους που καλούνται να στελεχώσουν το παγκόσμιο ΙΤ, την ίδια ακριβώς στιγμή που αυτό, ειδικά μετά και την έλευση του ΑΙ στο προσκήνιο, καλείται να απογειώσει ψηφιακά πρακτικά τα πάντα.
Ίσως ποτέ πριν στην ιστορία του κόσμου της τεχνολογίας οι ανάγκες του ΙΤ δεν ταυτίζονταν τόσο με τις ανάγκες των οργανισμών, τόσο στο στρατηγικό σχεδιασμό όσο και στο μυαλό των CEOs. Τελικά ο ψηφιακός μετασχηματισμός απέδειξε ότι «κάθε εταιρεία είναι μια tech εταιρεία». Αυτό σε επίπεδο HR σήμανε την ώρα που οι ανάγκες των οργανισμών σε «ΙΤ-δες», «πληροφορικάριους», «προγραμματιστές», «developers», «κομπιουτεράδες» -ή όπως αλλιώς αποκαλεί to ΗR κάθε είδους εργαζόμενο που μιλάει μια περίεργη διάλεκτο γεμάτη αρκτικόλεξα- έγινε βασικό κομμάτι του job description. Kαι ταυτόχρονα ο εφιάλτης του μέσου υπεύθυνου προσλήψεων που δεν καταλαβαίνει αφενός «τι κάνει» αυτός ο εργαζόμενος και αφετέρου «γιατί θέλει τόσα λεφτά;».
Το παράδοξο είναι ότι ενώ αρχικά τα τμήματα προσωπικού δεν καταλάβαιναν τι ψάχνουν όταν αναζητούσαν τα «specs» για τους ανθρώπους που θα στελέχωναν το ΙΤ, τώρα που τα έμαθαν -όσο μπορούσαν- μοιάζει οι άνθρωποι αυτοί να είναι σπάνιο και πανάκριβο είδος. Και τα υψηλόβαθμα στελέχη του ΙΤ εκεί έξω παραπονιούνται όλο και συχνότερα ότι το ζήτημα πια δεν είναι τι μισθούς και προνόμια ζητούν οι εργαζόμενοι με ΙΤ περγαμηνές, αλλά ότι απλώς δεν βρίσκεις διαθέσιμους.
Το φαινόμενο της έλλειψης χεριών με ΙΤ δεξιότητες είναι παγκόσμιο. Στη Μεγάλη Βρετανία, μία στις τέσσερις εταιρείες τεχνολογίας αναζητά ταλέντα σε άλλες χώρες. Στη Γαλλία, η στελέχωση των θέσεων tech ειδικοτήτων αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα για το 59% των εταιρειών , ενώ στην Κολομβία ο υπουργός Τεχνολογιών, Πληροφορικής και Επικοινωνίας δήλωσε από το 2022 ότι μέχρι το 2025 η χώρα θα αδυνατεί να καλύψει 112.000 θέσεις προγραμματιστών. Στις ΗΠΑ οι tech θέσεις εργασίας ήταν κατά την Statista το 2023 περίπου 6 εκατομμύρια. Από αυτές οι θέσεις που αφορούσαν καθαρά τεχνολογίες πληροφορικής ήταν περίπου 3εκατομμύρια και αναμένεται να φτάσουν ως το 2034 τα 7,1 εκατομμύρια με ρυθμό αύξησης υπερδιπλάσιο από την αύξηση του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας.
Σύμφωνα με αναφορά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, οι ελλείψεις σε tech εργαζόμενους και τις ευρύτερες ΤΠΕ παγκοσμίως αναμένονται να φτάσουν συνολικά ως το 2030 τις 85 εκατομμύρια θέσεις. Οι άδειες αυτές καρέκλες μεταφράζονται σε απώλεια εσόδων περίπου 8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ όπως διευκρινίζεται στην έρευνα, οι μεγαλύτερες ελλείψεις θα σημειωθούν σε ειδικούς κυβερνοασφάλειας, Τεχνητής Νοημοσύνης και ειδικούς αρχιτεκτονικής συστημάτων.
Σημαντική δε είναι και μια καινούργια διάσταση του φαινομένου που έχει να κάνει με τις αιτίες του. Μέχρι πρόσφατα οι περισσότερες μελέτες ανέφεραν σαν μόνη αιτία τον ρυθμό του ψηφιακού μετασχηματισμού που αυξήθηκε από την πανδημία εκθετικά. Εσχάτως όμως στην εξίσωση μπήκε νέος παράγοντας με μελέτες όπως αυτές της Deloitte («2023 Global Technology Leadership Study», «2024 Global Human Capital Trends Research» κ.α.) που επισημαίνει ότι ο ρυθμός που τα ήδη υπάρχοντα προσόντα στην αγορά Πληροφορικής «παλιώνουν» έχει επιταχυνθεί. Και όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το «skills shelf-life» έχει πέσει στις ΗΠΑ κατά μέσο όρο στα 2,5 χρόνια, που σημαίνει ότι οι γνώσεις του μέσου εργαζομένου στο ΙΤ χρειάζονται συνεχώς ανανέωση- ενώ νέα δεδομένα κάνουν απαραίτητα και ολοκαίνουργια εφόδια και στελέχη με πιο «φρέσκες» γνώσεις, συχνά σε τεχνολογίες που μόλις πριν λίγα χρόνια δεν υπήρχαν στο «μενού». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι στις ΗΠΑ οι αγγελίες για στελέχη με γνώσεις χειρισμού εφαρμογών με τεχνητή νοημοσύνη αυξήθηκαν κατά 1800% μετά την έλευση του ChatGPT!
Ελλάδα: Το βασίλειο μου για έναν ΙΤ!
Σύμφωνα με την έρευνα Technology HR Trends της Randstad, ο κλάδος που αναζητά τους περισσότερους εργαζομένους στην Ελλάδα σήμερα, είναι η πληροφορική με ποσοστό 32,5%, ενώ ακολουθεί ο ξενοδοχειακός και η εστίαση (12,2%), οι επαγγελματικές υπηρεσίες (12%), το λιανικό εμπόριο (5,4%) και οι τηλεπικοινωνίες (4,9%).
Έρευνα της ΕΥ δείχνει ότι κάθε χρόνο εισάγονται στην αγορά εργασίας περίπου 6.000 επιστήμονες από τον χώρο των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (TΠΕ). Ωστόσο, άνθρωποι της αγοράς αναφέρουν ότι η ζήτηση υπερβαίνει τους 8.000 με προοπτικές αύξησης στις 10.000 στο άμεσο μέλλον.
Πρόσφατη έρευνα του ΣΕΒ δείχνει ότι επτά στις 10 εταιρείες στην Ελλάδα έχουν ακάλυπτες θέσεις ειδικών στον τεχνολογικό κλάδο (ΤΠΕ), ενώ σχεδόν οι μισές δεν βρίσκουν τους εργαζόμενους που χρειάζονται στον συγκεκριμένο τομέα.
Επίσης, αντίθετα με την έρευνα της ΕΥ, αυτή του ΣΕΒ αναφέρει ότι ο κλάδος χρειάζεται 16.000 ειδικούς στον τομέα της Πληροφορικής κάθε χρόνο την ώρα που από τις σχολές «βγαίνουν» 8.000, καθιστώντας παράλληλα απαραίτητη την ανάγκη για παρεμβάσεις άμεσης απόδοσης, με την Τεχνητή Νοημοσύνη να τρέχει και να δημιουργεί νέες ανάγκες για εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό.
Το επιβεβαιώνει και η μελέτη που ολοκλήρωσε η Deloitte σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδας, για την αξιολόγηση της επάρκειας ειδικών ΤΠΕ στην Ελλάδα, στην οποία ήδη από το τέλος του 2022 επιβεβαιώθηκε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων στην Ελλάδα έχουν ακάλυπτες θέσεις ειδικών ΤΠΕ, ενώ αναμένεται σημαντική αύξηση των αναγκών τους στο μέλλον. Συγκεκριμένα, στην περίοδο 2023-2030, αναμένεται επιπρόσθετη σωρευτική ζήτηση 120.000 – 140.000 ειδικών ΤΠΕ. Η νεότερη μελέτη πάλι από τον ΣΕΠΕ και την Deloitte που παρουσιάστηκε πέρσι και ανέλυε την δυνητική επίδραση των τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης στην Ελληνική οικονομία, εντόπισε ένα ήδη υπάρχον έλλειμα 60.000 θέσεων προσωπικού ΤΠΕ αυτή την στιγμή. Αυτό το κενό με μια μετριοπαθή ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στο Ελληνικό επιχειρείν αναμένεται να εκτοξευθεί άμεσα στις 83.000 άδειες καρέκλες μπροστά από οθόνες και πληκτρολόγια.
Οι αντανακλάσεις αυτής της έλλειψης επηρεάζουν βαθιά το ευρύτερο οικοσύστημα. Ήδη από πέρσι η Optima Bank σε έκθεση της σημείωνε ότι από τις 42 συνολικά εξαγορές και συγχωνεύσεις που έγιναν στο κλάδο των τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών στην Ελλάδα οι περισσότερες εμπεριείχαν στα κίνητρα τους και αυτό του ανθρώπινου δυναμικού και της τεχνογνωσίας που κουβαλάει το ανθρώπινο κεφάλαιο σε κάθε εταιρεία. Γιατί δεν είναι μόνο το πρόβλημα του γενικότερου και «αφηρημένου» ψηφιακού μετασχηματισμού που αναζητά «IT talent» για να προχωρήσει, αλλά πολύ συγκεκριμένα, δρομολογημένα έργα ψηφιακού μετασχηματισμού σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς που δεν θα μπορέσουν οι ανάδοχοι να υλοποιήσουν αν δεν αυξήσουν το ανθρώπινο ΙΤ δυναμικό τους.
Οι βασικότερες αιτίες που συναντά κανείς στις περισσότερες από τις έρευνες είναι τέσσερις:
1 .Oι δεξιότητες στις ΤΠΕ ήταν το χρυσό διαβατήριο για κάθε Έλληνα που σκέφτηκε να μεταναστεύσει κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης αφού δεχόταν προτάσεις για δουλειά με πολύ καλές αμοιβές και όρους πριν καλά καλά το ζητήσει
2. Το θηλυκό μισό του πληθυσμού της χώρας έχει ακόμα πιο μικρή σχέση με το αντικείμενο της ευρύτερης τεχνολογίας από ότι στη Δύση
3. Από όσους φοιτούν στα σχεδόν 50 τεχνολογικά ιδρύματα της χώρας με αντικείμενο σχετικό με τις ΤΠΕ αποφοιτά σχεδόν το 50% μόνο
4. Η σύνδεση των γνώσεων και εξειδικεύσεων των προγραμμάτων σπουδών με τις ανάγκες σε δεξιότητες της αγοράς δεν είναι στο επίπεδο που θα έπρεπε.
Τι λέει όμως η αγορά;
Οι έρευνες και τα νούμερα συχνά είναι η μισή αλήθεια και ακόμα συχνότερα λένε την αλήθεια που ο καθένας θέλει να ακούσει. Τι λέει όμως η αγορά, τα στελέχη και οι διευθυντές που πρέπει να υλοποιούν projects και να ψηφιοποιούν επιχειρηματικές λειτουργίες στο ελληνικό τοπίο ψάχνοντας αναγκαστικά για ειδικούς ΤΠΕ; Αλλά και το κράτος;
«Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού πληροφορικής αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος της τεχνολογίας στην Ελλάδα σήμερα» μας λέει ο Πάνος Λεβαντής, Director, IIT Central Europe, του Carlsberg Group. «Το φαινόμενο αυτό έχει πολλαπλές αιτίες κυρίως όμως στο χάσμα μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας. Τα πανεπιστημιακά προγράμματα συχνά δεν ευθυγραμμίζονται με τις ταχέως εξελισσόμενες απαιτήσεις του κλάδου. Παράλληλα, το “brain drain” της τελευταίας δεκαετίας έχει οδηγήσει πολλούς ταλαντούχους επαγγελματίες στο εξωτερικό, αναζητώντας καλύτερες αμοιβές και ευκαιρίες εξέλιξης. Τέλος, η έλλειψη συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης και επανεκπαίδευσης των υπαρχόντων εργαζομένων επιδεινώνει το πρόβλημα», μας εξηγεί. Ενώ όπως προβλέπει το μέλλον κρύβει ακόμα μεγαλύτερες προκλήσεις καθώς όπως εκτιμά «…η ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό πληροφορικής αναμένεται να αυξηθεί δραματικά τα επόμενα χρόνια, καθώς ο ψηφιακός μετασχηματισμός επιταχύνεται σε όλους τους κλάδους. Ιδιαίτερα υψηλή θα είναι η ζήτηση για ειδικούς σε τομείς όπως η κυβερνοασφάλεια, η ανάλυση δεδομένων, το cloud computing και, φυσικά, η τεχνητή νοημοσύνη».
Στον ίδιο τόνο αναγνωρίζει το πρόβλημα και ο Πάνος Τσιαντούλας, Chief Human Resources Officer Ομίλου ΟΤΕ ο οποίος επισημαίνει ότι «η τεχνολογία εξελίσσεται ραγδαία, αλλά οι άνθρωποι που μπορούν να την υποστηρίξουν δεν επαρκούν. Στην Ελλάδα και παγκοσμίως, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στις Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) αποτελεί μια συνεχή πρόκληση. Ο ανταγωνισμός είναι έντονος, οι ανάγκες συνεχώς μεταβάλλονται και το χάσμα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης μεγαλώνει. Αυτή η κατάσταση δεν επηρεάζει μόνο τη δική μας επιχειρησιακή λειτουργία – αλλά και την ίδια τη δυναμική του ψηφιακού μετασχηματισμού της χώρας μας».
«Η τεχνολογία και η καινοτομία αποτελούν κινητήριες δυνάμεις της σύγχρονης οικονομικής ανάπτυξης. Η δυνατότητα εύρεσης προσωπικού στον τομέα της Πληροφορικής και των Τεχνολογιών Πληροφορίας & Επικοινωνιών αποτελεί κρίσιμο ζήτημα, καθώς μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα των επιχειρήσεων να καλύψουν τις αυξανόμενες ανάγκες τους και να τις βοηθήσει να ξεχωρίσουν στις διεθνείς αγορές» αναγνωρίζει και η Αγγελική Πιτταροκοίλη, Marketing & Communications Director, της Endeavor Greece. «Σύμφωνα με την έρευνα “Mind the Gap” της Endeavor, της EY και του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Ελλάδα παρατηρούνται δύο φαινόμενα που εντείνουν το πρόβλημα αυτό. Από τη μία, μόλις οι μισοί φοιτητές Πληροφορικής ολοκληρώνουν τις σπουδές τους, ενώ η ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό από τις εταιρείες δεν καλύπτεται από την προσφορά. Παράλληλα, λαμβάνοντας υπόψη μας το εκτεταμένο ζήτημα του δημογραφικού, η αναντιστοιχία αυτή αναμένεται να χειροτερέψει στο μέλλον» μας προειδοποιεί. «Η έλλειψη κατάλληλα καταρτισμένου προσωπικού στον κλάδο της Πληροφορικής καθιστά αναγκαία την ενημέρωση των νέων σχετικά με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, την ενίσχυση των προγραμμάτων αναβάθμισης δεξιοτήτων (reskilling/upskilling) και την προώθηση της δια βίου μάθησης. Επιπλέον, η συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη εξειδικευμένων προγραμμάτων σπουδών για την καλύτερη προετοιμασία των φοιτητών που εισέρχονται στην αγορά εργασίας».
Από την πλευρά του κράτους ο Υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Κωσταντίνος Κυρανάκης, αναγνωρίζει το πρόβλημα και τις συνέπειες του φαινομένου. «Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών είναι ένα ζήτημα που αντιμετωπίζουν όλες οι προηγμένες οικονομίες. Για την Ελλάδα, όμως, δεν είναι μόνο μια πρόκληση, αλλά και μια μεγάλη ευκαιρία. Την τελευταία δεκαετία λόγω της κρίσης, πολλοί ταλαντούχοι Έλληνες έφυγαν στο εξωτερικό αναζητώντας καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Σήμερα, όμως, λόγω και των πολιτικών που εφαρμόζει τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση βλέπουμε θετικά αποτελέσματα: Η πρόσφατη έρευνα του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (ΕΚΤ) καταγράφει το brain gain—την επιστροφή Ελλήνων επαγγελματιών στη χώρα. Πάνω από το 70% όσων γύρισαν αξιοποιούν τις δεξιότητες που απέκτησαν στο εξωτερικό στις νέες τους θέσεις στην Ελλάδα, γεγονός που ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας. Η κυβέρνηση έχει διαμορφώσει ένα φιλικότερο περιβάλλον, τόσο φορολογικά όσο και επιχειρηματικά, ώστε τα ταλέντα αυτά να παραμείνουν και να συμβάλλουν στον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας» όπως λέει χαρακτηριστικά αισιοδοξώντας για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
«Το πρόβλημα είναι αναστρέψιμο και ήδη η κυβέρνηση λαμβάνει μια σειρά από πρωτοβουλίες και βλέπουμε θετικά αποτελέσματα. Η Ελλάδα εξελίσσεται σε τεχνολογικό hub, προσελκύοντας επενδύσεις και δημιουργώντας καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Η έρευνα του ΕΚΤ δείχνει ότι το 14% όσων επέστρεψαν αξιοποίησαν φορολογικά κίνητρα. Στόχος μας είναι να αυξήσουμε αυτό το ποσοστό. Παράλληλα, επενδύουμε σε προγράμματα reskilling και upskilling για να καλύψουμε τη ζήτηση σε τομείς που βλέπουν ραγδαία αύξηση όπως είναι η κυβερνοασφάλεια και η τεχνητή νοημοσύνη, ενώ ενισχύουμε τη σύνδεση πανεπιστημίων και αγοράς ώστε οι νέοι να βρίσκουν ευκαιρίες στην Ελλάδα. Με αυτά τα μέτρα, οι Έλληνες που επιστρέφουν έχουν πλέον καλύτερες προοπτικές, αντιστρέφοντας το brain drain και ενισχύοντας την οικονομία μας με εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το 73% των Ελλήνων που επέστρεψαν αισθάνονται πιο ανταγωνιστικοί λόγω της εμπειρίας τους στο εξωτερικό».
Θα αλλάξει τo ΑΙ και τα job interviews;
Για τον Κωσταντίνο Κυρανάκη, η τεχνητή νοημοσύνη δεν καταργεί θέσεις εργασίας, αλλά δημιουργεί νέες, πιο εξειδικευμένες, ενώ μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να διευκολύνει το έργο όσων ήδη εργάζονται και την αξιοποιούν. «Αυτό σημαίνει ότι αν επενδύσουμε σωστά στις ψηφιακές δεξιότητες, η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως τις ευκαιρίες που προσφέρει το AI. Γι’ αυτό προωθούμε την ενσωμάτωση του προγραμματισμού και της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση, ενισχύουμε την κατάρτιση εργαζομένων και στηρίζουμε την πρόοδο μέσω startups, αλλά και στηρίζοντας την έρευνα και την καινοτομία. Αν κινηθούμε σωστά, το AI θα γίνει σύμμαχος στην ανάπτυξη και όχι εμπόδιο για την αγορά εργασίας».
Για τον Πάνο Λεβαντή η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζει διττό ρόλο στο πρόβλημα. «Αφενός, μπορεί να αυτοματοποιήσει ορισμένες λειτουργίες, μειώνοντας την ανάγκη για συγκεκριμένους ρόλους. Αφετέρου, δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, εντείνοντας το χάσμα δεξιοτήτων. Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο επιτάχυνσης της εκπαίδευσης και της εξειδίκευσης, καθιστώντας την πρόσβαση στη γνώση πιο άμεση και προσωποποιημένη».
Άποψη στην οποία συμφωνεί και ο Πάνος Τσιαντούλας ο οποίος παραδέχεται ότι «η αλήθεια είναι ότι θα κάνει και τα δύο. Από τη μία, η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αυτοματοποιήσει ορισμένες εργασίες, μειώνοντας τη ζήτηση για συγκεκριμένες δεξιότητες, και παράλληλα, θα δημιουργήσει νέες ανάγκες, εντείνοντας την έλλειψη πιο εξειδικευμένων επαγγελματιών. Το στοίχημα είναι να προετοιμάσουμε αποτελεσματικά το ανθρώπινο δυναμικό για το μέλλον της εργασίας».
Και εκεί ακριβώς η άποψη της Αγγελικής Πιτταροκοίλη υπογραμμίζει την βαρύτητα του ζητήματος «Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο: είτε θα επενδύσει στρατηγικά στην ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου, εδραιώνοντας τη θέση της ως διεθνές hub καινοτομίας, είτε θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει εμπόδια στην προσπάθειά της να ανταγωνιστεί τις τεχνολογικά πιο ανεπτυγμένες χώρες. Η ευκαιρία είναι εδώ – η πρόκληση είναι να διαμορφώσουμε τις κατάλληλες συνθήκες για να την αξιοποιήσουμε. NW
TECH TALENT CHALLENGE: ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΛΥΣΕΙΣ
Πάνος Λεβαντής, Director, IIT Central Europe, του Carlsberg Group
«Για την αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια από πολλαπλούς φορείς:
1. Επιχειρήσεις: Επένδυση σε προγράμματα επανεκπαίδευσης (reskilling) και αναβάθμισης δεξιοτήτων (upskilling) των εργαζομένων. Δημιουργία ακαδημιών και συνεργασιών με εκπαιδευτικά ιδρύματα.
2. Εκπαιδευτικό σύστημα: Αναπροσαρμογή των προγραμμάτων σπουδών με έμφαση στις ψηφιακές δεξιότητες από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Στενότερη συνεργασία πανεπιστημίων με τη βιομηχανία.
3. Πολιτεία: Παροχή φορολογικών κινήτρων για επιχειρήσεις που επενδύουν στην κατάρτιση. Ανάπτυξη εθνικής στρατηγικής για τη διατήρηση και επαναπατρισμό ταλέντων.
4. Κοινωνία: Καλλιέργεια κουλτούρας δια βίου μάθησης και προσαρμοστικότητας στις τεχνολογικές αλλαγές.
Περιφερειακοι και τοπικοι τεχνολογικοι κομβοι
Μία καινοτόμος προσέγγιση που μπορεί να φέρει ουσιαστική αλλαγή είναι η δημιουργία περιφερειακών και τοπικών τεχνολογικών κόμβων (hubs). Αυτά τα κέντρα αριστείας, με συγχρηματοδότηση από την κυβέρνηση και τη βιομηχανία, μπορούν να προσφέρουν προγράμματα ταχείας απόκτησης δεξιοτήτων (rapid upskilling), σχεδιασμένα ειδικά για να καλύψουν τις τρέχουσες και μελλοντικές ανάγκες της αγοράς.
Τα οφέλη είναι πολλαπλά:
Αποκέντρωση της τεχνογνωσίας και δημιουργία ευκαιριών και στην περιφέρεια
Στενή συνεργασία με τοπικές επιχειρήσεις για προσαρμοσμένα προγράμματα κατάρτισης
Δημιουργία οικοσυστημάτων καινοτομίας που προσελκύουν ταλέντο και επενδύσεις
Επιτάχυνση της επανένταξης ανέργων στην αγορά εργασίας μέσω στοχευμένης εκπαίδευσης
Η εφαρμογή τέτοιων μοντέλων σε χώρες όπως η Εσθονία και η Πορτογαλία έχει αποδείξει ότι μπορούν να αποτελέσουν καταλύτη για τον ψηφιακό μετασχηματισμό ολόκληρων περιοχών».
Πάνος Τσιαντούλας, Chief Human Resources Officer Ομίλου ΟΤΕ
«Η λύση βρίσκεται σε μια ολιστική προσέγγιση που περιλαμβάνει τη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και κράτους, καθώς και την ενίσχυση των STEM σπουδών από μικρή ηλικία. Ένα παράδειγμα αυτής της στρατηγικής είναι η συνεργασία της COSMOTE με εξειδικευμένους φορείς για τη διάδοση και ανάπτυξη της εκπαιδευτικής ρομποτικής.
Παράλληλα, η συστηματική υποστήριξη πρωτοβουλιών reskilling και upskilling, αλλά και η προσέλκυση διεθνών ταλέντων στην Ελλάδα μέσω φορολογικών και εργασιακών κινήτρων θα μπορούσαν να συμβάλουν σημαντικά στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Στον Όμιλο ΟΤΕ, προσεγγίζουμε τη συγκεκριμένη πρόκληση με δύο κυρίως τρόπους: επενδύουμε σε στοχευμένες πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα IT Career Shifter, ένα πρωτότυπο πρόγραμμα αλλαγής καριέρας, όπου μέσα από μια αναπτυξιακή εμπειρία reskilling, επαγγελματίες από διαφορετικές ειδικότητες αποκτούν νέες δεξιότητες για να αναλάβουν τον ρόλο του Business Systems Developer.
Τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, καθώς έχουμε ήδη δει ανθρώπους να αλλάζουν αντικείμενο με επιτυχία.
Ωστόσο, η εμπειρία μας δείχνει ότι η αγορά χρειάζεται ακόμη πιο ευέλικτες και μαζικές λύσεις ανάπτυξης δεξιοτήτων, ικανές να ανταποκριθούν στη ταχύτατη εξέλιξη της τεχνολογίας. Ο δεύτερος τρόπος είναι η συνεχής εκπαίδευση του προσωπικού μας μέσα από προγράμματα reskilling και upskilling, όπως είναι οι δυναμικές εκπαιδευτικές ακαδημίες CTS Academy 4 the Future και Technology Academy, που στοχεύουν στην ενίσχυση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και γνώσεων σε σχέση με τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις και τις μελλοντικές τάσεις.
Η τεχνολογία προχωρά με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το ερώτημα δεν είναι αν θα ανταποκριθούμε, αλλά πόσο γρήγορα μπορούμε να διαμορφώσουμε το μέλλον της εργασίας με τους ανθρώπους στο επίκεντρο».
Αγγελική Πιτταροκοίλη, Marketing & Communications Director, της Endeavor Greece
«Παρατηρούμε ότι η Ελλάδα αποτελεί μία αγορά με σημαντική προοπτική. Η χώρα κατατάσσεται μεταξύ των κορυφαίων χωρών παγκοσμίως σε πολιτικές stock options, γεγονός που ενισχύει την ελκυστικότητά της για ταλέντα, ενώ η Sequoia, στο Atlas report, αναγνωρίζει την Αθήνα ως έναν από τους πιο υποσχόμενος κόμβους ταλέντου AI στην Ευρώπη, ενισχύοντας την εικόνα της χώρας ως ανερχόμενο κέντρο καινοτομίας. Επιπλέον, η ίδρυση και παρουσία εξαιρετικών startups με μεγάλα γραφεία στην Ελλάδα και οι επενδύσεις από μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας όπως οι Pfizer, Google, Microsoft, Amazon, καθώς και οι υψηλού επιπέδου θέσεις εργασίας έχουν βοηθήσει στην επιστροφή ταλαντούχων Ελλήνων από το εξωτερικό (brain gain) και την προσέλκυση ξένου ταλέντου.
Παράλληλα, η Ελλάδα προσφέρει πλέον καλύτερες επιλογές εισόδου για διεθνείς επενδυτές, ταλέντα και επιχειρηματίες, από την investor visa στα 250.000 ευρώ έως προγράμματα που διευκολύνουν την εγκατάσταση ψηφιακών νομάδων και καινοτόμων εταιρειών. Η καμπάνια Innovation Nation αναδεικνύει αυτές τις ευκαιρίες, προβάλλοντας τη χώρα ως ανταγωνιστικό προορισμό για επιχειρηματικότητα και ανάπτυξη».
Κωσταντίνος Κυρανάκης, Υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης
«Η Ελλάδα έχει ήδη εξελιχθεί σε τεχνολογικό κόμβο, προσελκύοντας συνεχώς νέες επενδύσεις και ενισχύοντας τον ρόλο της ως κέντρο καινοτομίας στην Ευρώπη. Οι επιχειρήσεις αξιοποιούν προγράμματα επιμόρφωσης, φορολογικά κίνητρα και στήριξη για την πρόσληψη εξειδικευμένων επαγγελματιών, διαμορφώνοντας ένα δυναμικό οικοσύστημα στον τομέα των ΤΠΕ.
Η κοινωνία επωφελείται από την ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων στην εκπαίδευση, τη στενότερη σύνδεση πανεπιστημίων και αγοράς, αλλά και τη βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος. Οι μισθοί αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια, ακολουθώντας και την αύξηση της ζήτησης, ιδιαίτερα στον τεχνολογικό τομέα, όμως χρειάζεται περαιτέρω άνοδος, ώστε να γίνουμε ακόμα πιο ανταγωνιστικοί σε σχέση με τις ξένες αγορές και να κρατήσουμε εδώ τους εξειδικευμένους επαγγελματίες, όχι μόνο για να εργάζονται από την Ελλάδα αλλά και να εργάζονται προσθέτοντας στο ελληνικό ΑΕΠ.
Στόχος μας είναι να ενισχύσουμε ακόμα περισσότερο αυτές τις συνθήκες, διατηρώντας το ελληνικό ταλέντο εδώ και προσελκύοντας νέους επαγγελματίες, ώστε η χώρα μας να πρωταγωνιστήσει στον ψηφιακό μετασχηματισμό».
«ΟΠΩΣ ΑΜΕΡΙΚΗ»: GREEK TECH & TALENT VISA
Η έλλειψη εργαζομένων με γνώσεις και ταλέντα γέννησε την ιδέα της tech και talent visa οι οποίες μπήκαν στην δημοσιογραφική ροή την περασμένη άνοιξη. Ως ιδέα δεν είναι κάτι τρομερά πρωτότυπο και υπάρχει στην Δύση δεκαετίες: χρειάζεσαι επιστήμονες ή ταλέντα/ ιδιοφυίες; Δώσε τους visa και την προοπτική για μόνιμη νόμιμη εγκατάσταση στη χώρα σου και θα έρθουν. Αντίστοιχα προγράμματα tech visa έχουν λανσάρει και άλλες χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Γερμανία, ο Καναδάς κ.ά. Έτσι η ιδέα -την οποία υποστήριξε ιδιαίτερα και η Endeavor Greece-, στην Ελλάδα ξεκίνησε από το προφανές, ότι δηλαδή θα πρέπει πρώτα από όλα ο ξένος -προγραμματιστής στην περίπτωση μας- να μπορεί να έρθει και να προσληφθεί εύκολα και νόμιμα. Τον περασμένο Απρίλιο λοιπόν πρωτοδιαβάσαμε ότι πρόθεση της κυβέρνησης για την θέσπιση της tech visa, μιας νέας εθνικής θεώρησης εισόδου μονοετούς ισχύος, η οποία θα παρέχει τη δυνατότητα σε ταλέντα υψηλής εξειδίκευσης να εργαστούν στην Ελλάδα για νεοφυείς επιχειρήσεις του εθνικού μητρώου νεοφυών επιχειρήσεων, αλλά και εταιρείες τεχνολογίας με έδρα ή παρουσία στη χώρα μας. Αυτό θα έδινε την ευκαιρία σε tech talents από χώρες όπου πλεονάζουν -όπως ή Ινδία για παράδειγμα- ή όπου τα tech οικοσυστήματα περνάνε κρίση, ή όπου υπάρχει πολιτική κ κοινωνική αστάθεια να απασχοληθούν στην Ελλάδα.
Η tech visa σχεδιάστηκε ώστε μπορεί να επεκταθεί σε άμεσα μέλη της οικογένειας, ενώ λίγο πριν από τη λήξη της μπορεί κανείς να καταθέσει αίτηση για χορήγηση μπλε κάρτας, άδεια διαμονής η οποία έχει ισχύ για δύο έτη. Η χορήγησή της, μάλιστα αρχικά σχεδιάστηκε να γίνεται με fast track διαδικασίες. Παράλληλα, διαβάσαμε και για την ιδέα της talent visa, μίας νέας, ετήσιας θεώρησης εισόδου που θα επιτρέπει σε φοιτητές-αποφοίτους κορυφαίων πανεπιστημίων που δεν είναι πολίτες της Ε.Ε. να εισέλθουν στην Ελλάδα για ένα έτος. Πρακτικά είναι μια ευκαιρία να «δοκιμάσουν» την χώρα τόσο σε όρους ζωής όσο και για ευκαιρίες απασχόλησης, με βασικό όσο να μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν λάβει πτυχίο ή μεταδιδακτορικό τα τελευταία 5 χρόνια σε κορυφαία πανεπιστήμια. Δυστυχώς η συζήτηση και ψήφιση των tech αλλά και talent visa, παρότι ήταν προγραμματισμένη να συζητηθεί κοντά στο προηγούμενο Πάσχα και ενδεχομένως να ψηφιζόταν ως το περασμένο καλοκαίρι έπεσε «θύμα» του προηγούμενου ανασχηματισμού, οπότε και αναβλήθηκε.
