Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μια μοναδική ευκαιρία να μπει στο ίδιο «τρένο» με τις πιο προηγμένες τεχνολογικά ευρωπαϊκές χώρες και όλες μαζί να προσπαθήσουν να «γυρίσουν το παιχνίδι», όσον αφορά στην παραγωγή επεξεργαστών για τις ανάγκες της ηπείρου μας ή έστω μέρους αυτών.

Η πανδημία, αλλά και ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τα τεράστια προβλήματα που μπορεί να προκαλέσει ένα αναπάντεχο γεγονός στις διεθνείς αλυσίδες τροφοδοσίας, αλλά και τις κακές επιπτώσεις της εξάρτησης από άλλους για αγαθά διαδεδομένα και απαραίτητα στην καθημερινότητά μας. Για δυο από αυτά, το «κόστος» ήταν ιδιαίτερα υψηλό: την ενέργεια σ’ όλες τις μορφές της και τους ημιαγωγούς, τα chip που βρίσκονται πλέον σε μικρό ή μεγαλύτερο αριθμό σε κάθε μια από τις χιλιάδες ηλεκτρικές ή ηλεκτρονικές συσκευές τις οποίες χρησιμοποιούμε σήμερα, από την καφετιέρα και το κινητό τηλέφωνο ως το αυτοκίνητο και το αεροπλάνο, με ενδιάμεσα όλα τα συστήματα που ρυθμίζουν τη ζωή μας, από τα φανάρια στους δρόμους ως τη λειτουργία των εργοστασίων.

Οι επεξεργαστές αποδείχθηκε στην πράξη ότι παίζουν κομβικό ρόλο, έχοντας συμμετοχή ακόμα και σε παιχνίδια εξουσίας, αφού οι τυχόν ελλείψεις τους επηρεάζουν άμεσα την κοινωνική και οικονομική ζωή των θιγόμενων χωρών. Την εποχή της παγκοσμιοποίησης διαδέχεται, λοιπόν, εκείνη της απο-παγκοσμιοποίησης, με στόχο να επιστρέψει η παραγωγή από τη (φτηνή, αν και όχι τόσο, πια) Ασία στις άλλες ηπείρους και βέβαια, στην Ευρώπη που μας αφορά άμεσα. Το Chips Act, που αποφασίστηκε πρόσφατα, εξυπηρετεί αυτό ακριβώς τον στόχο αλλά, παράλληλα, αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για να μπει και η χώρα μας με αξιώσεις στο ίδιο «τραίνο», αντί να τρέχει να το προλάβει, όπως έχει γίνει τόσες φορές στο παρελθόν.
Το netweek μίλησε με εκπροσώπους όλων των «εμπλεκομένων» σ’ αυτή την προσπάθεια πλευρών, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τις τεχνολογικές εταιρείες, το Σύνδεσμό τους, αλλά και τα ερευνητικά ιδρύματα, ρωτώντας τους πόσο εφικτό και πόσο επείγον είναι αυτό, σήμερα.

Το Chips Act και η σημασία του για την Ελλάδα
Ο Θωμάς Σκορδάς, Αναπλ. Γενικός Διευθυντής στην DG CONNECT, παρουσιάζει το ζητούμενο για την Ευρώπη, αλλά και τη σημασία του Chips Act για την Ελλάδα, σε ένα κείμενο θέσεων που έστειλε από τις Βρυξέλλες, ορίζοντας τους κανόνες του «παιχνιδιού».

Στις 18 Απριλίου 2023, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπέγραψαν στο Στρασβούργο συμφωνία για το Chips Act. Έχοντας συνολικό προϋπολογισμό 43 Β€, το Chips Act έχει σαν στόχο η Ευρωπαϊκή Ένωση να παράγει ως το 2030 το 20% της παγκόσμιας παραγωγής μικροκυκλωμάτων από 8%, σήμερα. Σκοπός του, επίσης, είναι η ΕΕ να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία σε βασικές τεχνολογίες μικροκυκλωμάτων και να αναπτύξει μια αλυσίδα εφοδιασμού ανθεκτική σε κρίσεις, όπως η πρόσφατη πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία ή, ακόμη, οι αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις στην Ασία, οι οποίες δημιουργούν μεγάλες αστάθειες και ελλείψεις στις αγορές, επηρεάζοντας σημαντικότατους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας μας.

Το Chips Act φέρνει για πρώτη φορά μαζί τρεις διαφορετικούς τομείς της ευρωπαϊκής πολιτικής: την έρευνα και καινοτομία (1ος πυλώνας), τη βιομηχανική πολιτική (2ος πυλώνας) και την πολιτική διαχείρισης κρίσεων (3ος πυλώνας). Ο πρώτος έχει σκοπό να δημιουργηθούν στην ΕΕ στρατηγικές υποδομές μεγάλης κλίμακας, όπως πιλοτικές γραμμές παραγωγής μικροκυκλωμάτων και μια πανευρωπαϊκή cloud πλατφόρμα σχεδιασμού. Προτείνει, επίσης, τη δημιουργία κέντρων δεξιοτήτων σε κάθε κράτος-μέλος και ένα Ταμείο Μικροκυκλωμάτων για τη χρηματοδότηση νεοφυών και Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων.
Ο δεύτερος πυλώνας εστιάζει στην ενίσχυση της ΕΕ στην παραγωγή μικροκυκλωμάτων, με σκοπό να προσελκύσει επενδύσεις σε «πρώτες στο είδος τους» παραγωγικές εγκαταστάσεις, που είναι καινοτόμες και συχνά εξαιρετικά δαπανηρές.

Η αναγγελία και μόνο του Chips Act προκάλεσε πολυάριθμες ανακοινώσεις από επιχειρήσεις, για επενδύσεις άνω των 90 Β€ σε διάφορες χώρες της ΕΕ. Ο τρίτος προτείνει έναν μόνιμο μηχανισμό παρακολούθησης της αγοράς μικροκυκλωμάτων της ΕΕ, με στόχο την πρόβλεψη τυχών διαταραχών και τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης, σε στενή συνεργασία με τα κράτη-μέλη, αλλά και με στρατηγικούς εταίρους της ΕΕ, όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Κορέα, κλπ.
Από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε το Chips Act, τον Φεβρουάριο του 2022, η Ελλάδα το στήριξε ενεργά, καθότι στη χώρα μας υπάρχει πλέον ακμάζον οικοσύστημα νεοφυών, ΜΜΕ αλλά και ερευνητών, που είναι ιδιαίτερα ενεργό. Π.χ., την περίοδο 2021-22, η χώρα μετρά 32 ελληνικές συμμετοχές σε 14 έργα του Key Digital Technologies Joint Undertaking με συνολική χρηματοδότηση 7,7 Μ€ (μερίδιο γύρω στα 2%) και 26 ελληνικές συμμετοχές σε 11 έργα φωτονικής του Ορίζοντα Ευρώπη, με συνολική χρηματοδότηση 13,4 Μ€ και μερίδιο 9,2%
Το Chips Act μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τις εταιρείες μας. Για παράδειγμα, η πανευρωπαϊκή πλατφόρμα σχεδιασμού μικροκυκλωμάτων μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση σε όλες τις ΜΜΕ που έχουν δυσκολίες πρόσβασης σε προηγμένα εργαλεία σχεδιασμού, λόγω του σημαντικού τους κόστους.

Η Ένωση Ελληνικών Εταιρειών Αναδυόμενων Τεχνολογιών (HETIA) σε συνεργασία με άλλους παραγωγικούς φορείς της χώρας (cluster φωτονικής, κλπ.), αλλά και με Πανεπιστήμια και τεχνολογικά ινστιτούτα μπορούν να πρωτοστατήσουν και να επενδύσουν σε έρευνα, αλλά και σε βασικές υποδομές, όπως πιλοτικές γραμμές παραγωγής και κέντρα σχεδιασμού μικροκυκλωμάτων σε περιοχές όπου ήδη υπάρχουν σημαντικά οικοσυστήματα εταιρειών, όπως π.χ. σε βιοαισθητήρες και βιοτεχνολογίες ή στη φωτονική.

Χρυσή και μοναδική ευκαιρία το Chips Act
O Μανώλης Ζερβάκης, πρόεδρος της HETIA (Hellenic Emerging Technologies Industry Association) είναι σίγουρα ο καθ’ ύλην αρμόδιος να απαντήσει για τη δυναμικότητα και τις προοπτικές του κλάδου, τις οποίες βλέπει λαμπρές, αρκεί να κινηθούμε σωστά και γρήγορα.

Πού βρισκόμαστε σήμερα; πόσα και ποια στάδια της παραγωγής μπορούμε να διεκδικήσουμε;

Όταν η ΗΕΤΙΑ ξεκίνησε σαν Semiconductor Assoc., το 2005, υπήρχαν μονάχα 2-3 εταιρείες. Σήμερα, μιλάμε για 25+, άλλη τάξη μεγέθους. Αυτά τα 20 χρόνια, το οικοσύστημα μεγάλωσε, ωρίμασε και πιστεύω πως το Chips Act είναι μια χρυσή και μοναδική ευκαιρία για να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο! Είναι σωστό σε μέγεθος και διάρθρωση, καθώς περιλαμβάνει μικρές και μεγάλες πολυεθνικές, startups, μεσαίες, όλα τα μεγέθη, άρα μπορεί να απορροφήσει επενδύσεις. Η αλυσίδα ξεκινά με τις εταιρείες που αναπτύσσουν εργαλεία σχεδιασμού κι εκείνες που τα χρησιμοποιούν για να σχεδιάσουν τα chip. Τα σχέδια πάνε στο εργοστάσιο (δεν υπάρχει τέτοιο στην Ελλάδα) κι αφού κατασκευαστούν πάνε σε άλλη εταιρεία που κάνει «χαρακτηρισμό». Ακολούθως τα wafers πάνε σε τρίτη εταιρία που κάνει τη συσκευασία (packaging) και τελικά επιστρέφουν στην εταιρεία κάτοχο του ΙΡ, δηλαδή του σχεδίου, που αναλαμβάνει και την πώληση του προϊόντος! Εμείς, στην Ελλάδα, απ’ όλα αυτά κάνουμε κυρίως σχεδιασμό.

Επειδή αυτό που έχει τη μεγάλη επένδυση, τα πολλά κέρδη και τις πολλές θέσεις εργασίας, είναι το κομμάτι της κατασκευής, για να γίνει ένα εργοστάσιο (foundry), αναγκαίες και ικανές συνθήκες είναι να υπάρχουν όλα τα άλλα blocks γύρω, ώστε να μπορεί να συνεργάζεται εύκολα και γρήγορα μαζί τους. Καθώς δεν έχουμε ούτε τα άλλα, πρώτο ρεαλιστικό βήμα είναι να αποκτήσουμε σταδιακά όσα δεν έχουμε… Δηλαδή, να κάνουμε στην Ελλάδα ένα κέντρο χαρακτηρισμού κι ένα κέντρο συσκευασίας (smart packaging). Αν σε 3-6 χρόνια κάνουμε αυτό το βήμα κι αποκτήσουμε όλα τα building blocks, εκτός της κατασκευής, τότε ένα εργοστάσιο, όπως η Intel, η Bosch, η TSMC κλπ. θα μπορούσε να αποφασίσει με πολύ μικρότερο ρίσκο τη δημιουργία ενός foundry εδώ. Σήμερα, 20-25 εταιρείες δεν είναι αρκετή κρίσιμη μάζα, πρέπει να πάμε στις 200, ώστε να «δουν» την επένδυση, χωρίς μεγάλο ρίσκο…

Η ΗΕΤΙΑ τι κάνει προς αυτή την κατεύθυνση;

Ο Σύνδεσμος ήλθε ήδη από τον Οκτώβριο σε επικοινωνία με την DG Connect, την κυβέρνηση, αλλά και με ελληνικές και πολυεθνικές εταιρείες–μέλη του οικοσυστήματος, ζητώντας feedback. Βάσει αυτού, καταθέσαμε στην κυβέρνηση, στις αρχές Δεκέμβρη, δεκαετές πλάνο-πρόταση για τη στρατηγική της Ελλάδας στον χώρο των ημιαγωγών.
Χωρίζεται σε τρεις φάσεις: αρχικά σε 3-4, μετά σε άλλα 2 χρόνια και τέλος, τα υπόλοιπα ως τη δεκαετία. Πηγαίνουμε βήμα-βήμα, αυξάνοντας σταδιακά το οικοσύστημα, ώστε να μπορεί να απορροφά τις επενδύσεις. Αυτό που προτείναμε είναι ότι ως χώρα είμαστε δυνατοί στον σχεδιασμό μικροκυκλωμάτων / αισθητήρων και γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να δυναμώσουμε ακόμα περισσότερο εκεί, ενώ παράλληλα πρέπει να πάμε προς χαρακτηρισμό και συσκευασία, ώστε στις τελευταίες φάσεις να κινηθούμε προς το εργοστάσιο.
Όμως, επειδή είναι σημαντικό να αρχίσουμε να «ακουμπάμε» τις κατασκευαστικές διεργασίες, αυτό που επίσης προτείναμε είναι στη δεύτερη φάση να δημιουργήσουμε γραμμή προτυποποίησης – δηλαδή, όχι για μαζική παραγωγή στην Ελλάδα, αλλά για δημιουργία πρωτοτύπων σε συγκεκριμένες τεχνολογίες.

Αν μεγαλώσει πολύ το οικοσύστημα, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε μετεξέλιξη των πιλοτικών σε γραμμές μαζικής παραγωγής, όχι για επεξεργαστές, αλλά για πιο εξειδικευμένες καταστάσεις, όπως βιοαισθητήρες, power electronics, λύσεις υδρογόνου κλπ. Αυτά τα παρουσιάσαμε σε δυο υπουργούς (Γεωργιάδη & Πιερρακάκη), που τα είδαν θετικά, ζήτησαν πιο λεπτομερείς προτάσεις, αλλά οι εξελίξεις «πάγωσαν» λόγω των εκλογών. Η πρόθεση του Συνδέσμου, στον ρόλο του συντονιστή, είναι να επαναληφθεί ο διάλογος με την κυβέρνηση που θα προκύψει. Γιατί, μπορεί μεν το κράτος να το θέλει, όμως πρέπει να βρεθούν τα κατάλληλα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία προς αυτή την κατεύθυνση. Ουσιαστικά, τότε θα ξεκινήσει η συζήτηση για την υλοποίηση του πλάνου δεκαετίας…

Είμαστε σε επαφή, τόσο με τον Δημόκριτο, όσο και με το ΙΤΕ, τα μόνα ιδρύματα στην Ελλάδα που έχουν «καθαρούς» χώρους, επομένως είναι οι προφανείς «στόχοι» προς αξιοποίηση, αν θέλουμε πιλοτικές γραμμές παραγωγής. Θα μπορούσαν -ως πρώτο βήμα- να γίνουν εκεί επενδύσεις, ώστε αυτές οι υποδομές να χρησιμοποιηθούν στο στρατηγικό πλάνο και προς αυτή την κατεύθυνση πρόκειται να κινηθούμε. Στην ίδια λογική, μιλάμε και με μεγάλες πολυεθνικές, που είτε είναι στην Ελλάδα, είτε όχι αλλά ενδιαφέρονται να έρθουν. Διάθεση υπάρχει για σημαντικές και εμβληματικές επενδύσεις στην Ελλάδα, στον χώρο των μικροκυκλωμάτων, όμως αυτό θα πρέπει να γίνει σε συνεννόηση με το κράτος, καθώς πρέπει να δοθούν τα απαραίτητα κίνητρα. Δηλαδή, χρηματοδοτικά εργαλεία, επιτάχυνση διαδικασιών, αλλά κυρίως εξεύρεση του κατάλληλου προσωπικού.

Κινηθήκατε και προς τα ΑΕΙ;

Επικοινωνήσαμε, βεβαίως, τους ενδιαφέρει, αλλά έχουν έναν εντελώς διαφορετικό χρονισμό υλοποίησης δράσεων, που δεν μπορεί να ικανοποιήσει επείγουσες ανάγκες. Έτσι, η ΗΕΤΙΑ θα προσπαθήσει να συμπληρώσει το κενό, παίρνοντας πρωτοβουλίες -σε συνάρτηση με τις μεγάλες πολυεθνικές και πάντα σε συνεργασία με τα ΑΕΙ- ώστε το upskilling και το reskilling των μηχανικών να γίνει με ταχύτερο ρυθμό κι όχι απαραίτητα εντός των ιδρυμάτων, που έχουν περισσότερο χρονοβόρες διαδικασίες υλοποίησης. Αυτή τη στιγμή, έχουμε μια συγκυρία κατά την οποία αφενός επενδύονται πολλά χρήματα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφετέρου το ελληνικό οικοσύστημα έχει φτάσει σε μια κρίσιμη μάζα περιλαμβάνοντας και μεγάλες πολυεθνικές. Πρόκειται για μια μοναδική ευκαιρία που το ελληνικό οικοσύστημα πρέπει να την αδράξει, προφανώς με τη βοήθεια της κυβέρνησης, ώστε να γίνει το επόμενο βήμα!

Επιτακτική η ανάγκη συγχρηματοδότησης
Ο Μανώλης Κατεβαίνης, Καθηγητής Επιστήμης Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Κρήτης & επικεφαλής Εργαστηρίου Αρχιτεκτονικής Υπολογιστών & Συστημάτων VLSI στο Ινστιτούτο Επιστήμης Υπολογιστών (ICS) του ΙΤΕ είναι ένας από τους «πιονέρους» στον χώρο. Πολύπειρος δάσκαλος πολλών σημερινών στελεχών εταιρειών, συνεισέφερε την ιδιαίτερα βαρύνουσα γνώμη του σ΄ αυτό το αφιέρωμα.

Τι μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα από το Chips Act; Η κυβέρνηση στηρίζει;

Η Ευρώπη, όπως κι όλος ο κόσμος, ξέρει ότι η ψηφιακή τεχνολογία είναι πλέον το ‘κλειδί’ για τα πάντα, άρα δουλεύει ενεργά σε αυτό και η Ελλάδα δεν μπορεί παρά να κάνει το ίδιο. Έχει το δυναμικό να το κάνει, αρκεί να έχει τη σοβαρότητα και τη σωφροσύνη, σαν χώρα και σαν Πολιτεία, να βλέπει και να κινείται δυναμικά προς το μέλλον. Στο Chips JU, η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο, αντίστοιχο εκείνου που έχει επιτύχει στη σχεδίαση επεξεργαστών, που τη γνωρίζω ως δικό μου τομέα, όπου τα τελευταία τέσσερα χρόνια κατέκτησε και συνεχίζει να διατηρεί την πέμπτη θέση μεταξύ των 27 χωρών σε συνεισφορές στην έρευνα. Θεωρώ επιτακτικό η κυβέρνηση να συνεχίσει να συγχρηματοδοτεί αυτή τη δυναμική πορεία γιατί -αν μείνουμε πίσω- θα χάσουμε (και) αυτό το τραίνο. Τα έργα από το EuroHPC-2019 τα συγχρηματοδότησε, αλλά για εκείνα του EuroHPC-2020 δεν έχει ακόμα εξασφαλίσει πόρους, 2-3 χρόνια μετά. Τώρα έρχεται και το FPA για τους επεξεργαστές RISC-V, για το οποίο πρέπει επίσης τώρα να εξασφαλιστεί εθνική συγχρηματοδότηση.

Το ΙΤΕ είναι από χρόνια μπροστάρης στον χώρο της δημιουργίας επεξεργαστών – ποιος ο ρόλος του σ’ αυτή τη (νέα) διεκδίκηση; Ετοιμάζετε κάτι καινούριο και καινοτομικό;

Το Ινστιτούτο Πληροφορικής του ΙΤΕ είναι ο κύριος φορέας από πλευράς Ελλάδας που συνεισφέρει στον Ευρωπαϊκό Επεξεργαστή, και επίσης δραστηριοποιείται δυναμικά στην έρευνα για Υπερυπολογιστές. Εργαζόμαστε με το ανοικτό και λίαν ελπιδοφόρο ρεπερτόριο εντολών RISC-V και έχουμε ήδη συμμετάσχει στην κατασκευή δύο επιτυχημένων δοκιμαστικών chip επεξεργαστών, ενώ την επόμενη τριετία θα συνεισφέρουμε σε τουλάχιστον άλλα τέσσερα με πολύ προχωρημένη τεχνολογία π.χ. 12nm ή λιγότερα. Το Ινστιτούτο Ηλεκτρονικής Δομής & Λέιζερ εργάζεται στις τεχνολογίες ημιαγωγών και νανοηλεκτρονικής.

Υποδομές φτιάχνονται, αν υπάρχουν χρήματα – ανθρώπους να τις «τρέξουν» έχουμε; Επαρκούν οι φοιτητές που βγάζετε κάθε χρόνο; Η δική σας πρόταση ποια είναι;

Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού με κατάλληλες ικανότητες και ειδίκευση αποτελεί τον βασικό περιοριστικό παράγοντα για το πόσο γρήγορα αναπτύσσεται η τεχνολογία και μαζί της η κοινωνία σε κάθε χώρα. Στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Κρήτη που εγώ ξέρω, έχουμε Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα που τα προσφέρουν αυτά και βρίσκονται στη διεθνή πρωτοπορία, αλλά δεν επαρκεί ο αριθμός των φοιτητών που να το αγαπούν και να θέλουν. Πρέπει ήδη από το Δημοτικό να καλλιεργείται η αγάπη για επιστήμη και τεχνολογία (STEM), χρειάζεται σωστός επαγγελματικός προσανατολισμός, πρέπει να ενισχυθούν και τα Πανεπιστημιακά Τμήματα με ζήτηση. Εντός των Πανεπιστημίων παρατηρείται τάση για ισοκατανομή πόρων, άρα η Πολιτεία πρέπει να την αντισταθμίσει με ειδική ενίσχυση στα Τμήματα όπου η αγορά ζητά περισσότερους απόφοιτους. Όσο για το brain drain, δεν πρόκειται να αντιστραφεί παρά μόνον όταν η Πολιτεία και η κοινωνία κατανοήσουν ότι οι ικανοί και ειδικευμένοι πρέπει να αμείβονται με διεθνώς ανταγωνιστικούς μισθούς, αντί να τους ζηλεύει και να δίνει μισθούς «ψωροκώσταινας», όπως με το ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου κι άλλες τέτοιες εξισώσεις προς τα κάτω, και αποφυγή ουσιαστικής αξιολόγησης.

Η Ελλάδα μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο
Η εξαγορά της Think Silicon από την Applied Materials δημιούργησε αίσθηση, καθώς απέδειξε ότι μια μικρή ελληνική εταιρεία μπορεί να καινοτομήσει όχι μόνο σε τοπικό, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Γιώργος Σιδηρόπουλος, συνιδρυτής και CEO της εταιρείας που έχει πλέον απογειώσει τις επιδόσεις της, απάντησε στις ερωτήσεις του netweek.

Ως πού μπορούμε να φτάσουμε, στο πλαίσιο της Chips Act, και τι μπορεί να κάνει η Think Silicon;

Η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να παίξει σημαντικό ρόλο, ξεκινώντας από τον τομέα της σχεδίασης μικροεπεξεργαστών. Στη χώρα υπάρχει πνευματική ιδιοκτησία, προϊόντα που ήδη χρησιμοποιούνται από εκατομμύρια καταναλωτές παγκοσμίως και κρίσιμη μάζα ανθρώπινου δυναμικού τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού (μηχανικών), όσο και στον τομέα της επιχειρηματικότητας και εμπορικής εκμετάλλευσης. Οι εταιρείες/ομάδες σχεδιασμού μικροεπεξεργαστών αποτελούν μέρος του ευρωπαϊκού οικοσυστήματος, επιλέγοντας πεδία ανάπτυξης τα οποία συμπληρώνουν κενά που υπάρχουν στην Ευρώπη, αλλά και παγκοσμίως.

Το Chips Act αλλάζει δραστικά το τοπίο, αναφορικά με τους διαθέσιμους πόρους για ημιαγωγούς, διαθέτοντας το αναγκαίο κεφάλαιο που απαιτείται για εκπόνηση έργων μεγαλύτερης τάξης μεγέθους από τα υπάρχοντα. Αξιοποιώντας τους πόρους που θα διατεθούν από το ελληνικό κράτος, έχουμε την ευκαιρία σε τοπικό επίπεδο να επιταχύνουμε αφενός την ανάπτυξη και διάθεση στην αγορά καινοτόμων προϊόντων που παράγουν υπεραξία, αφετέρου την ανάπτυξη οικοσυστήματος υψηλής τεχνολογίας.
Για την υλοποίηση έργων μεγάλου μεγέθους θα χρειαστεί η εμπλοκή νεοφυών επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και ερευνητικών ιδρυμάτων, τα οποία θα συμμετάσχουν αξιοποιώντας και αναπτύσσοντας το ανθρώπινο δυναμικό και την τεχνογνωσία τους.

Στον τομέα της κατασκευής ημιαγωγών, η χώρα έχει μια πολύ μεγάλη ευκαιρία να δημιουργήσει υποδομές που εξυπηρετούν τόσο τις δραστηριότητες των ελληνικών επιχειρήσεων, όσο και τις ανάγκες που υπάρχουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενώ, παράλληλα, συμπληρώνουν τις δυνατότητες των υποδομών που δημιουργούνται στο πλαίσιο του Chips Act. Στον συγκεκριμένο τομέα, οι επενδύσεις είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο και απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια μεταξύ βιομηχανίας, ερευνητικών ινστιτούτων και κυβέρνησης, ώστε να δημιουργηθούν νέα μοντέλα διαχείρισης των υποδομών, διασφαλίζοντας την οικονομική βιωσιμότητα και την περαιτέρω ανάπτυξή τους, με αποσύνδεση από τη δημόσια χρηματοδότηση. Η παρουσία εταιρειών όπως η Applied Materials στη χώρα αποτελεί τεράστια ευκαιρία για την ένταξή της στον ευρωπαϊκό χάρτη ημιαγωγών.

Μας χρειάζονται περισσότεροι άνθρωποι με κατάλληλες δεξιότητες και σύγχρονες υποδομές για να προχωρήσουμε ή αρκούν για το ξεκίνημα;

Υπάρχει έλλειψη σε ειδικότητες που σχετίζονται με τις ψηφιακές τεχνολογίες. Βασικός λόγος είναι ότι η τεχνολογία εξελίσσεται με τόσο γρήγορους ρυθμούς, ώστε είναι πολύ δύσκολο για το εκπαιδευτικό σύστημα να ακολουθεί τις τάσεις και να προετοιμάζει τους ανθρώπους, τους μηχανικούς, τους προγραμματιστές που χρειάζονται για να καλύψουν τις ανάγκες. Αυτό, όμως, θα συνεχιστεί και στο μέλλον. Γι’ αυτό, όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι το ‘κλειδί’ πλέον θα είναι η διά βίου μάθηση και προσαρμογή στα νέα δεδομένα και τις απαιτήσεις που δημιουργούνται. Η τεχνολογία θα έχει πάντοτε αυξημένες ανάγκες σε ταλέντα, δημιουργικά μυαλά και καινοτόμες ιδέες – θέλουμε και η Ελλάδα να γίνει κέντρο ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού και καινοτομίας.

Εσείς με τη φήμη, την τεχνογνωσία και τις προοπτικές σας βρίσκετε κόσμο; Αποτελείτε καλό «δέλεαρ» για brain gain;

Η εξαγορά της Think Silicon από την Applied Materials αποδεικνύει ότι η εταιρεία θεωρεί τους ανθρώπους της πολύτιμους και με προοπτικές. Περίπου τρία χρόνια μετά την εξαγορά, ο αριθμός των μηχανικών έχει τριπλασιαστεί και η εταιρεία έχει καταφέρει να επαναπατρίσει πολλούς μηχανικούς που βρίσκονταν σε μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες στο εξωτερικό. Η φήμη, η τεχνογνωσία της και το γεγονός πως η τεχνολογία της βρίσκεται σε τουλάχιστον 50 εκατομμύρια συσκευές ανά τον κόσμο της προσδίδει παγκόσμια αναγνώριση, κάτι που αποτελεί δέλεαρ για νέους επιστήμονες και μηχανικούς οι οποίοι επιθυμούν να επαναπατριστούν και να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους σε ένα κορυφαίο επιστημονικό περιβάλλον.

Παίζουμε σε ευρωπαϊκό, αν όχι σε παγκόσμιο επίπεδο
Καθηγητής στο ΑΠΘ, αλλά και επικεφαλής της Exapsys, μια spin-off εταιρείας με σπουδαίες προοπτικές στον χώρο των επεξεργαστών και διεθνείς συνεργασίες, ο Γιάννης Παπαευσταθίου απάντησε στις ερωτήσεις μας και με τις δυο ιδιότητές του, μιλώντας διαφωτιστικά, αλλά και «έξω από τα δόντια», όπου χρειαζόταν.

H Ελλάδα τι μερίδιο μπορεί να διεκδικήσει από την ‘προίκα’ του Chips Act;

Aν ακολουθήσουμε την προσέγγιση που έχουμε στο High Performance Computing, μπορούμε να φτάσουμε σε ένα ποσοστό ακόμα και 5 ή 10% της συνολικής χρηματοδότησης για όλη την Ευρώπη. Εκεί βρισκόμαστε! Το ποσοστό αυτό αφορά σε Έρευνα & Ανάπτυξη, δεδομένου ότι έχουμε την εμπειρία και τους ανθρώπους. Δεν αναφέρομαι στο κομμάτι που έχει να κάνει με την υλοποίηση των ολοκληρωμένων, εκεί δεν έχουμε υποδομή και δεν νομίζω ότι μπορούμε να φτιάξουμε. Το τελευταίο έχει να κάνει με τις προτεραιότητες της Πολιτείας, αν θέλει να βοηθήσει, γιατί προφανώς αυτό δεν γίνεται μόνο με το Chips Act. Αν θέλει, μπορεί να πετύχουμε πράγματα, όμως είναι μεγάλες επενδύσεις και μονολιθικές. Μπορούμε να κάνουμε κάτι στο packaging ή στον χαρακτηρισμό, αλλά μιλάμε για μεγάλες επενδύσεις, εθνικές, και -σύμφωνα με την εμπειρία μας- υπάρχει πρόβλημα στη δέσμευση μεγάλων ποσών για τέτοια έργα. Η μεγάλη πρόκληση είναι ότι παντού παίζουμε σε ευρωπαϊκό, αν όχι σε παγκόσμιο επίπεδο – ελληνική αγορά δεν υπάρχει και τα άλλα κράτη έχουν πολύ καλύτερες δομές και υποστήριξη της έρευνας. Η ευκαιρία είναι ότι έχουμε ανθρώπους με πολύ μεγάλη εμπειρία, πολύ εργατικούς, που δεν δουλεύουν 9-5. Όσο για μισθούς, ακόμα κι οι καλύτεροι που μπορούμε να δώσουμε στην Ελλάδα είναι αισθητά χαμηλότεροι από το εργατικό κόστος σε μια ανάλογη χώρα.

Εσείς, το ακριβώς φτιάχνεται στην Exapsys;

Δουλεύουμε σε δυο γραμμές: στην πρώτη και κύρια, φτιάχνουμε συστήματα για υπερυπολογιστές, βασισμένα σε επεξεργαστές οι οποίοι κατασκευάζονται σήμερα, στο πλαίσιο ερευνητικών προγραμμάτων σε όλη την Ευρώπη, και θα βγουν στην αγορά σε 3-5 χρόνια. Εμείς σχεδιάζουμε τα board που θα περιέχουν αυτούς τους επεξεργαστές και τα περιφερειακά τους.
Στη δεύτερη κατεύθυνση αναπτύσσουμε παράλληλες εφαρμογές οι οποίες χρησιμοποιούν επιταχυντές – χρειάζονται ειδικό τρόπο προγραμματισμού, όμως αποδίδουν καλύτερα απ’ ό,τι οι απλοί επεξεργαστές. Σ’ αυτόν τον χώρο, η Εxapsys αναπτύσσει εφαρμογές για πελάτες, εργαζόμαστε on demand. Πιστεύω -επειδή ήδη δουλεύουμε με κάποιους πελάτες- ότι σίγουρα θα έχουμε έτοιμες εφαρμογές μέσα στον επόμενο χρόνο.

Εκτός από ερευνητής και spin-offer, είσαι και καθηγητής στο ΑΠΘ. Υπάρχει κόσμος με την κατάλληλη τεχνογνωσία σε επεξεργαστές στην Ελλάδα;

Υπάρχει κι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το ΙΤΕ και η Exapsys, ως ένα βαθμό, είμαστε σήμερα μέσα σε όλα τα μεγάλα έργα στον χώρο των HPC κι αυτό βασίζεται στο know-how των Ελλήνων φοιτητών, καθώς στο ΙΤΕ το 95% είναι απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Κρήτης. Οπότε η απάντηση είναι, ναι – προφανώς γίνεται προσπάθεια σε όλα τα ιδρύματα να βάλουμε μαθήματα ώστε όταν τελειώνουν οι φοιτητές μας να είναι σχεδόν έτοιμοι ή κοντά. Όσο μπορούμε, γιατί δεν θα τους μάθουμε εργαλεία –πιστεύω ότι στους φοιτητές δεν μαθαίνουμε εργαλεία, αλλά τρόπους σκέψης – το εργαλείο μπορεί να αλλάξει, η σκέψη είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορείς να το αξιοποιήσεις.
Στα εργαστήρια βρισκόμαστε στην αιχμή του δόρατος κι αυτό μπορώ να το πω για τρία ιδρύματα από τα οποία έχω περάσει, το Πανεπιστήμιο Κρήτης, το Πολυτεχνείο Κρήτης και το ΑΠΘ. Νομίζω ότι και κόσμο τον έχουμε. Απλά δεν είναι τόσο ελκυστικές οι δικές μας θέσεις εργασίας, σε σχέση με εκείνες που παρέχουν οι πολυεθνικές εταιρείες του software. Για να κρατήσουμε τον νέο ερευνητή και να αρχίσει να δουλεύει για μας, πρέπει να ανταγωνιστούμε εταιρείες σε όλα τα επίπεδα. Στους αποφοίτους του ΕΜΠ, που επίσης κάνει πολύ καλή δουλειά, του ΑΠΘ, του Πολυτεχνείου Κρήτης, του Πανεπιστημίου Κρήτης, υπάρχουν νέοι άνθρωποι που θα μπορούσαν να βοηθήσουν, αλλά ξεκινάς από καινούργιο, το οποίο δημιουργεί ανασφάλεια. Πρέπει να κάνεις πιο ελκυστικά τα μαθήματα αυτής της κατεύθυνση, τις εξειδικεύσεις, κι αυτό απαιτεί χρόνο…

Η επόμενη ημέρα στους επεξεργαστές;

Νομίζω ότι πρέπει, πρώτα, να μαζευτούμε όλοι μαζί, αυτό έχει ξεκινήσει, και μετά να σχεδιαστεί μια εθνική πολιτική – ως μικροί, πρέπει να εστιάσουμε κάπου, είναι θέμα προτεραιοτήτων…
Υπάρχουν παραδείγματα, πχ. ο χώρος του λογισμικού στη Θεσσαλονίκη. Στον μικρόκοσμο της πόλης αυτό έχει δουλέψει, έρχονται σε καθημερινή βάση, πολυεθνικές, μικρές εταιρείες που τώρα ξεκινάνε κλπ. γιατί έχει δημιουργηθεί οικοσύστημα.
Ή διαφορά είναι τεράστια από το ‘18 και μετά –την τελευταία πενταετία, το σκηνικό άλλαξε άρδην. Οι φοιτητές μας πριν καν τελειώσουν τις σπουδές τους, έχουν βρει δουλειά…

Κίνδυνος αποδυνάμωσης, αν δεν υπάρξει στήριξη
Η ANSYS καλύπτει με τα προϊόντα της τον χώρο των εργαλείων σχεδίασης μικροτσίπ, έχοντας ως πελάτες πολλά μεγάλα ονόματα του χώρου. Ο Γενικός Διευθυντής της ANSYS Hellas, Μπάμπης Μπακολιάς, έστειλε κι αυτός το δικό του σχόλιο στο Special Report, από τις ΗΠΑ όπου βρισκόταν εκείνες τις μέρες.

H ANSYS μπήκε δυναμικά στο ελληνικό οικοσύστημα deep tech το 2019, με την εξαγορά της Helic, ελληνικής εταιρείας παραγωγής λογισμικού προσομοιώσεων για σχεδίαση μικροτσίπ. Πρόκειται για πολυεθνική ψηφιακών προσομοιώσεων που συγκαταλέγεται στους τέσσερις μεγαλύτερους προμηθευτές εργαλείων σχεδίασης μικροτσίπ στον κόσμο και προμηθεύει
με λογισμικό ανάλυσης χρονισμού και ισχύος, αλλά και ηλεκτρομαγνητικής ανάλυσης, τις περισσότερες αν όχι όλες τις επιχειρήσεις που σχεδιάζουν και κατασκευάζουν επεξεργαστές υψηλών επιδόσεων, όπως οι Nvidia, AMD, Samsung, Qualcomm, Media Tek κ.ά.

Στο πλαίσιο του Chips Act και των αντίστοιχων εθνικών δράσεων, οι ΗΠΑ, η Ευρώπη, η Κίνα, η Ταιβάν, η Ιαπωνία και η Κορέα θα δρομολογήσουν συνολικά, μοχλεύοντας δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, άνω των 350 Β$ με στόχο την αυτονομία τους στην προμήθεια μικροτσίπ. Θα εγκαθιδρύσουν νέες και θα επεκτείνουν υφιστάμενες τοπικές μονάδες παραγωγής τσιπ, ενώ θα ενισχύσουν τα τοπικά οικοσυστήματα έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας, με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη ταλέντου. Η ANSYS υποστηρίζει ένθερμα το ενδεχόμενο κρατικής χρηματοδότησης προς ενίσχυση του ελληνικού οικοσυστήματος μικροτσίπ. Αν η Ελλάδα δεν επενδύσει, το συγκριτικά μικρό εγχώριο οικοσύστημα θα σμικρυνθεί ακόμη περισσότερο, ενώ αντίστοιχα οικοσυστήματα άλλων χωρών θα ενδυναμωθούν. Επίσης, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στο εξωτερικό θα ενισχύσει το brain drain του κλάδου, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο τη χώρα μας και δυσχεραίνοντας την ανάπτυξη των τοπικών επιχειρήσεων.