Ο προσδιορισμός της χρυσής τομής ανάμεσα στις δυο αρχιτεκτονικές και η υλοποίηση από επιχειρήσεις και οργανισμούς μιας συνδυαστικής στρατηγικής, σε εύλογο χρόνο και με εύλογο κόστος, δεν είναι εύκολη υπόθεση, όμως προκρίνεται ως απαραίτητη εξέλιξη, για πολλούς και σημαντικούς λόγους.
Καθώς περνάμε πλησίστιοι στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, ό,τι έχει σχέση με το cloud, το ‘υπολογιστικό νέφος’, δεν μπορεί παρά να αποτελεί -για προφανείς λόγους- ιδιαίτερα κρίσιμο και άκρως υπολογίσιμο παράγοντα στην καθημερινότητα επιχειρήσεων και οργανισμών.
Όμως, ποιες είναι οι επιλογές που αυτοί έχουν στη διάθεσή τους, ώστε το αποτέλεσμα να είναι το καλύτερο δυνατό; Και ποιο το ‘μείγμα’ που θα προτιμήσουν, ώστε να υποστηριχθεί αρχικά η σημερινή λειτουργία, αλλά και να διευκολυνθεί η ανάπτυξή τους, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή; Το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι άλλο από μια καλά ‘ζυγισμένη’ ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και ελέγχου, όσον αφορά στην αξιοποίηση των ΙΤ υποδομών. Κι αυτή η ισορροπία, με τη σειρά της, μεταφράζεται στην αρμονική συνύπαρξη δυο διαφορετικών, πλην αλληλοσυμπληρούμενων αρχιτεκτονικών, γνωστών με τις διεθνείς ονομασίες τους, Multi Cloud και Hybrid. Όμως, ο προσδιορισμός της χρυσής τομής ανάμεσά τους και η υλοποίηση μιας συνδυασμένης στρατηγικής, σε εύλογο χρόνο και με εύλογο κόστος, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση…
Ξεκινώντας από τα βασικά
Τι είναι, λοιπόν, και τι σημαίνουν οι δυο όροι που μόλις αναφέραμε; Η αρχιτεκτονική Multi Cloud αναφέρεται στην ταυτόχρονη χρήση των υπηρεσιών δημόσιου υπολογιστικού νέφους (public cloud) εκ μέρους δυο ή περισσότερων παρόχων από τον ίδιο τελικό χρήστη. Ο οποίος, αντί να προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες του από έναν και μοναδικό, με ό,τι σημαίνει αυτό από πλευράς εξάρτησης, επιλέγει να έχει στη διάθεσή του δεύτερη, τρίτη ή όσες άλλες λύσεις επιθυμεί από περισσότερους παρόχους. Από την άλλη, η αρχιτεκτονική του Hybrid Cloud συνδυάζει τις υπάρχουσες υποδομές στις εγκαταστάσεις (on-premise) του τελικού χρήστη με εκείνες ενός δημόσιου νέφους για να προσφέρει ενοποιημένες υπηρεσίες, στο πλαίσιο των οποίων τα δεδομένα διακινούνται ανεμπόδιστα, υποστηρίζοντας αφενός υψηλό επίπεδο ελέγχου και ασφάλειας (χάρη στις πρώτες), αφετέρου άμεση διαθεσιμότητα σε κάθε πρόσθετη ανάγκη (χάρη στο δεύτερο).
Για να δούμε τι σημαίνει αυτό στην πράξη, να ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα Multi Cloud: ένας τραπεζικός οργανισμός μπορεί να στηρίζει τη λειτουργία του σ’ ό,τι αφορά στις υπηρεσίες KYC (επιβεβαίωση ταυτότητας χρήστη και όχι μόνο) στο Azure της Microsoft, τις εφαρμογές ΤΝ στο cloud της Amazon (AWS) και την ανάλυση των δεδομένων, που διαρκώς συγκεντρώνει, στο αντίστοιχο της Google. Γιατί επέλεξε τρεις παρόχους; (τυχαία η κατανομή των ρόλων) Για λιγότερη εξάρτηση, αυξημένη ασφάλεια και υψηλότερη ποιότητα. Με την ίδια λογική, του μέγιστου οφέλους, μια υπηρεσία του δημόσιου τομέα μπορεί να διατηρεί στις δικές της υποδομές ευαίσθητα δεδομένα πολιτών, στα οποία το επίπεδο ελέγχου είναι υψηλό, ενώ αξιοποιεί το public cloud κάποιου παρόχου για άλλες εργασίες, στις οποίες την καλύπτουν οι δικοί του κανόνες ασφαλείας με τα αναγκαία SLA, ενώ παράλληλα επωφελείται από την πρόσθετη ευελιξία και διαθεσιμότητα, όποτε τα χρειαστεί. Δεν είναι διόλου ασυνήθιστα, λοιπόν, διάφορα ‘μείγματα’ όλων αυτών των δυνατοτήτων στην αγορά, αρκεί να η διαχείρισή τους να γίνεται σωστά, βάσει σχεδίου και όχι κατά τύχη…
Η ΕΕ ΣΥΣΤΗΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΥΒΡΙΔΙΚΟΥ ΝΕΦΟΥΣ, ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ
Δημοσθένης Αναγνωστόπουλος, ΓΓ. Πληροφοριακών Συστημάτων & Ψηφιακής Διακυβέρνησης
Τα data centers είναι κρίσιμης σημασίας υποδομές για την παροχή ψηφιακών υπηρεσιών από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, τη γεωπολιτική σημασία της χώρας μας, την ανάπτυξη της ΤΝ και τη δυνατότητα κυριαρχίας (sovereignty) για τα δεδομένα και συστήματα μας. Η υιοθέτηση cloud υποδομών (που βασίζονται σε data centers) προσέθεσε πάνω από 1 τρις δολάρια στο παγκόσμιο ΑΕΠ το 2023, σύμφωνα με μελέτες, και εκτιμάται ότι έως το 2030 θα δημιουργήσει πάνω από 12 τρις. Στη μελέτη που εκπονήθηκε για τη χωροθέτηση και ανάπτυξη των datacenters στην Ελλάδα από το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης αναδείχθηκε ότι η χώρα μας διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο ως κόμβος ψηφιακών υποδομών στη ΝΑ Ευρώπη, την επίτευξη δηλαδή μιας στρατηγικής προτεραιότητας.
Η στόχευση αυτή ξεκίνησε το 2020, καθώς η κυβερνητική πολιτική για Cloud-First έδωσε ένα σαφές στίγμα για τη βέλτιστη οργάνωση της υπολογιστικής υποδομής του Δημοσίου, χωρίς διάσπαρτα data centers, με συγκέντρωση, ασφάλεια, καλύτερη αξιοποίηση πόρων και σύγχρονες υπηρεσίες. Ειδικότερα δε, με πολιτική υβριδικού νέφους, πολλαπλών παρόχων (hybrid, multi cloud) όπως συστήνει η ΕΕ.
Με τη στρατηγική Multi Cloud, το G-Cloud προσφέρει πλέον ευελιξία και ανοιχτότητα (openness) στη διαχείριση πόρων, επιτρέποντας τη βέλτιστη αξιοποίηση όχι μόνο των on-premises υποδομών, αλλά και λύσεων από παρόχους public cloud, όπως τα Azure, AWS, Google Cloud και Oracle OCI. Η υιοθέτηση αυτής της προσέγγισης μας επιτρέπει να επιλέγουμε τη βέλτιστη υπηρεσία ανά πάροχο. Έτσι, ενισχύουμε την απόδοση και την ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την κυριαρχία στα δεδομένα (data sovereignty) με τις on-premises υποδομές. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το data center της ΓΓ Πληροφοριακών Συστημάτων & Ψηφιακής Διακυβέρνησης αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες του ψηφιακού μετασχηματισμού της χώρας, φιλοξενώντας περισσότερα από 1.300 πληροφοριακά συστήματα 215 φορέων της δημόσιας διοίκησης.
Οι επιλογές αυτές είχαν πολλαπλασιαστική επίδραση. Η νέα τεχνολογική στρατηγική υιοθετήθηκε με ένταση και από τον ιδιωτικό τομέα. Και το κυριότερο, προσελκύστηκαν μεγάλες επενδύσεις από κατασκευαστές public cloud (hyperscalers) για την ανάπτυξη νέων data centers που ενισχύουν καθοριστικά τη θέση της χώρας μας στον γεωπολιτικό χάρτη, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για κυριαρχία και μεγαλύτερη ψηφιακή ανθεκτικότητα, αλλά κι ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που συσχετίζεται άμεσα με την ΤΝ, την καινοτομία και τη διεθνή συνδεσιμότητα. Κι αυτό, πρέπει να αναγνωριστεί ότι δεν αποτελεί τυχαίο, νομοτελειακό αποτέλεσμα, αλλά συντεταγμένο έργο της χώρας μας, η οποία αφού ανέγνωσε εγκαίρως τις τεχνολογικές εξελίξεις, μελέτησε και υλοποίησε καθοριστικές αποφάσεις με πολλαπλασιαστικά οφέλη.
ΣΤΟΧΟΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΤΗΤΑ
Λουκάς Δεληγιαννάκης, Group CTO, Public
Στην Public ακολουθούμε ένα hybrid μοντέλο που δεν προέκυψε από κάποια θεωρητική άσκηση, αλλά από την πρακτική ανάγκη να πηγαίνει κάθε workload εκεί που αποδίδει καλύτερα — σε κόστος, ταχύτητα και διαχειρισιμότητα. Τα mission-critical συστήματα τρέχουν on-premise, σε δικό μας data centre με πλήρες replication σε disaster recovery site. Αυτό μας δίνει απόλυτο έλεγχο στα κρίσιμα δεδομένα των πελατών και συνεργατών μας, σε συνδυασμό με την ταχύτητα και διαθεσιμότητα που θέλουμε, χωρίς εξάρτηση από τρίτους σε ό,τι αφορά στον πυρήνα της λειτουργίας του Public Group.
Παράλληλα, αξιοποιούμε το public cloud εκεί που φέρνει πραγματικό όφελος: Το Microsoft 365 καλύπτει τις ανάγκες σε επικοινωνία, συνεργασία μεταξύ τμημάτων και document handling, προσφέροντας σημαντική βελτίωση σε work efficiency και κόστος, σε σχέση με τις on-premise λύσεις που αντικατέστησε. Στο Azure, με τη χρήση του Fabric, ολοκληρώσαμε πρόσφατα και τη μεταφορά του DWH, σε medallion architecture (Bronze–Silver–Gold) που σταδιακά καθαρίζει και δομεί τα δεδομένα μας. Αυτή η μετάβαση δεν ήταν απλώς μια τεχνική αναβάθμιση — μας δίνει σύγχρονες analytics δυνατότητες και, κυρίως, μια έτοιμη βάση για AI workloads.
Για departmental εφαρμογές — Service, campaign management, EntersoftOne HR & Supplier’s Portal — επιλέγουμε SaaS, για γρήγορη πρόσβαση στις καινοτομίες που προσφέρουν αυτές οι λύσεις, με ελάχιστο κόστος υποδομής και διαχείρισης. Κάτι που δεν θα πετυχαίναμε, αν απλώς μετακινούσαμε τις παλαιές λύσεις σε cloud περιβάλλον.
Η χρήση πολλαπλών cloud providers έχει θεωρητικά πλεονέκτημα: αξιοποιείς τα δυνατά σημεία του καθενός και αποφεύγεις το vendor lock-in. Εμείς, για παράδειγμα, χρησιμοποιούμε εστιασμένα το GCP για digital marketing. Ωστόσο, συνειδητά κρατήσαμε πολύ περιορισμένη τη διασπορά. Το multi-cloud εισάγει σοβαρή πολυπλοκότητα σε διαχείριση και cybersecurity — πολλαπλά identity models, διαφορετικά security frameworks, αυξημένη επιφάνεια επίθεσης. Αυτή η πολυπλοκότητα δεν εξυπηρετεί, ειδικά για τα μεγέθη των ελληνικών επιχειρήσεων, δημιουργώντας σημαντική δυσκολία και κόστος διαχείρισης και, πολλές φορές, δυσανάλογο ρίσκο ως προς το όφελος. Θεωρούμε ότι για τη βέλτιστη ασφάλεια, ευελιξία, λειτουργική αυτονομία και οικονομία, οι εταιρείες πρέπει να αξιοποιούν το cloud εκεί που προσφέρει πραγματικό πλεονέκτημα (AI, Data & SaaS), να διατηρούν on-premise ό,τι αποδίδει εκεί καλύτερα, και να ελέγχουν την πολυπλοκότητα του Multi Cloud.
Αναγκαία η στρατηγική
Για να τα πάρουμε από την αρχή, η επιλογή του Multi Cloud πρέπει να στηρίζεται στην ανάλογη στρατηγική εκ μέρους του χρήστη, ώστε να πιάσει τόπο ο κόπος, ο χρόνος και το κόστος του. Τα κύρια χαρακτηριστικά που αυτή πρέπει να έχει, ξεκινούν -όπως δείξαμε και στο παραπάνω παράδειγμα- από την κατανομή των ρόλων και των αρμοδιοτήτων. Αρχικά πρέπει να αποφασιστεί τι ταιριάζει καλύτερα και πού. Το πλεονέκτημα της απεξάρτησης, ήδη καταγράφηκε -επομένως οι συνεργαζόμενοι πάροχοι πρέπει να είναι τουλάχιστον δυο. Επίσης, πρέπει να αποφασιστεί, προκαταβολικά, αν κάποιες (και πόσες) από αυτές τις εργασίες θα συνδέονται μεταξύ τους ή και όχι, αν δεν υπάρχει πραγματική ανάγκη για κάτι τέτοιο.
Ανάλογη στρατηγική πρέπει να διαμορφωθεί και στην περίπτωση του Hybrid. Εδώ το ένα σκέλος είναι γνωστό: το ιδιωτικό cloud, που μπορεί να βρίσκεται είτε στις εγκαταστάσεις του χρήστη (η συνηθέστερη περίπτωση) είτε σε κάποιο data center, αλλά σε απόλυτα ελεγχόμενο από εκείνον περιβάλλον. Το δεύτερο σκέλος ποικίλλει – συνήθως πρόκειται για υπηρεσίες στο δημόσιο νέφος κάποιου παρόχου. Όμως, και στις δυο περιπτώσεις κάποια χαρακτηριστικά είναι κοινά και αναγκαία, αφού ορίζουν τον χαρακτήρα του hybrid. Έτσι, λοιπόν, τα δυο περιβάλλοντα είναι διασυνδεδεμένα και συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, συμμετέχοντας από κοινού σε όλες τις διαδικασίες. Προφανώς, κοινός είναι και ο έλεγχος, σ’ ό,τι αφορά στην ασφάλεια των δεδομένων, με τις on-premise εγκαταστάσεις να προορίζονται για τα πιο ευαίσθητα από αυτά. Σύμφωνα με τη διεθνή ειδησεογραφία, τα κύρια θέματα σ’ αυτόν τον τομέα στα οποία πρέπει να δώσουν τη μεγαλύτερη σημασία επιχειρήσεις και οργανισμοί μέσα στο 2026, είναι αυτά της κυβερνοασφάλειας, του κόστους, της κλιμάκωσης, αλλά και της διακυβέρνησης, που παίζει κι αυτή σημαντικό ρόλο στη διαχείριση τη καθημερινής δουλειάς, επομένως και στα αποτελέσματα.
Κι αυτό, όσο εύκολο είναι να το λες, τόσο δύσκολο είναι να το κάνεις, καθώς το επιτυχημένο ‘μείγμα’ απαιτεί πολύ κόπο και χρόνο, ειδικά σε περιπτώσεις μεγάλων πολυεθνικών, όπου οι γεωχωρικές συνθήκες, αλλά και τα τοπικά κανονιστικά πλαίσια παίζουν κρίσιμο ρόλο. Δεν είναι τυχαίο που, σε τέτοιες περιπτώσεις, αξιοποιούνται ειδικές πλατφόρμες οι οποίες λειτουργούν ως ‘διαχωριστικά’, στηρίζοντας τις αναγκαίες τοπικές προσαρμογές όπου χρειάζονται.
Πλεονεκτήματα και προκλήσεις
Έπειτα απ’ όλα αυτά, έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται τα πλεονεκτήματα αυτής της επιλογής, αλλά και οι προκλήσεις με τις οποίες θα έλθει αντιμέτωπη η επιχείρηση ή ο οργανισμός.
Στα πρώτα, περιλαμβάνονται η αποφυγή της εξάρτησης από έναν πάροχο και η ελαχιστοποίηση του ρίσκου, η βέλτιστη επιλογή παρόχου ανάλογα με την αποστολή και την εργασία που θέλουμε να φέρει εις πέρας, η διευρυμένη γκάμα εργαλείων και λύσεων οι οποίες συνοδεύουν τις υπηρεσίες των πολλών και διαφορετικών παρόχων, αλλά και η αξιοποίηση περισσότερων καινοτομικών και ευέλικτων λύσεων κατά περίπτωση.
Επίσης, οι πολλοί πάροχοι προσφέρουν μια έμμεση εγγύηση για ασφαλή λειτουργία (το όποιο πρόβλημα σε έναν από αυτούς, δύσκολα θα το έχει ταυτόχρονα ο δεύτερος κι ακόμα πιο δύσκολα ο τρίτος), επιτρέπουν ευκολότερη κλιμάκωση αναλόγως των συνθηκών, ‘μοιράζονται’ τη δουλειά χωρίς υπερφορτώσεις κι άλλες επιβαρυντικές καταστάσεις ανάλογα με τα ‘καλά χαρτιά’ κάθε παρόχου, κάτι που προφανώς έχει ως αποτέλεσμα και τον διαμοιρασμό του κόστους, ενώ διευκολύνουν τη συμμόρφωση με κανονισμούς και πλαίσια λειτουργίας, σε τοπικό ή και σε διεθνές επίπεδο.
Βεβαίως, για να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα, όλα πρέπει να γίνουν με τη σωστή σειρά και τάξη,: που επιβάλλει η κοινή λογική: αρχικά ο ενδιαφερόμενος πρέπει να προσδιορίσει και να καταγράψει πολύ προσεκτικά τις (σημερινές και αυριανές) ανάγκες και τους επί μέρους στόχους του, να δώσει προτεραιότητα στα θέματα ασφαλείας μηδενίζοντας τυχόν αστοχίες και τρωτότητες, να βεβαιωθεί για τη συμβατότητα των υποδομών των παρόχων μεταξύ τους και την ομαλή διακίνηση των δεδομένων χωρίς καθυστερήσεις και απώλειες, να ελέγξει (και όχι μόνο στην αρχή, αλλά συχνά) τους χρόνους και τις χρεώσεις για τη χρήση αυτών των πόρων, αλλά και να επενδύσει σε κλασικά πλην αναγκαία μέτρα πρόληψης και προστασίας (πχ. λύσεις disaster recovery), για την περίπτωση μιας ‘στραβής’ – όσο κι αν τα απευχόμαστε, τέτοια περιστατικά ενίοτε συμβαίνουν. Ας είμαστε τουλάχιστον, προετοιμασμένοι.
Όσο για τις προκλήσεις, αυτές δεν είναι άλλες από την πολυπλοκότητα σε σύγκριση με την ‘πεπατημένη’, την ανάγκη αυξημένης επιφυλακής σε θέματα κυβερνοασφάλειας, φυσικά το κόστος και τις (σχεδόν αυτόματες σε πάμπολλες επιχειρήσεις) προσπάθειες για τον περιορισμό του, τη διατήρηση της απαραίτητης διαλειτουργικότητας ώστε όλα τα διαφορετικά συστήματα να ‘μιλάνε’ αδιάλειπτα μεταξύ τους, αλλά και την προσεκτική επιλογή εξωτερικών συνεργατών, που με την παρουσία και τη δουλειά τους να συμβάλουν θετικά στη συνολική προσπάθεια μετάβασης στη νέα εποχή.
ΑΥΞΗΜΕΝΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΜΑΣ
Νίκος Κοντονικόλας, Group Digital Technology & Operations Director, Όμιλος Τitan
Στον όμιλο Titan έχουμε υιοθετήσει μια hybrid cloud στρατηγική που συνδυάζει στοιχεία single cloud και hybrid αρχιτεκτονικής, με στόχο τη βέλτιστη ισορροπία μεταξύ ευελιξίας, ασφάλειας και κόστους. Συγκεκριμένα, αξιοποιούμε PaaS και IaaS υπηρεσίες σε ένα ελεγχόμενο private cloud περιβάλλον ενός cloud provider, το οποίο μας προσφέρει αυξημένο έλεγχο και συμμόρφωση με τις πολιτικές μας. Παράλληλα, χρησιμοποιούμε best-of-breed SaaS λύσεις από διαφορετικούς cloud providers, οι οποίες ενσωματώνονται με ασφαλή τρόπο στο οικοσύστημά μας μέσω κατάλληλων μηχανισμών διασύνδεσης. Επίσης, διατηρούμε επιλεκτικά και on-premises υποδομές για την κάλυψη εξειδικευμένων ή legacy αναγκών.
Η επιλογή αυτού του μοντέλου έγινε με γνώμονα την επιχειρησιακή αποδοτικότητα, τη δυνατότητα μελλοντικής ανάπτυξης, την ενίσχυση της ασφάλειας και την εκλογίκευση των εξόδων. Η ισχυρή εσωτερική τεχνογνωσία μας, σε συνδυασμό με τη συνεργασία στρατηγικών συνεργατών, συνέβαλε ουσιαστικά τόσο στον σχεδιασμό, όσο και στην επιτυχημένη μετάβαση.
Η υλοποίηση ξεκίνησε το 2019, με την πρώτη παραγωγική υλοποίηση στο cloud, και έκτοτε εξελισσόμαστε διαρκώς, προσαρμόζοντας την αρχιτεκτονική μας στις νέες απαιτήσεις. Ένα από τα σημαντικότερα οφέλη που έχουμε αποκομίσει, είναι η δυνατότητα αξιοποίησης των δεδομένων μας σε συνέργεια με τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης, ενισχύοντας σημαντικά την ανάλυση και τη λήψη αποφάσεων. Επιπλέον, έχουμε βελτιώσει τον χρόνο υλοποίησης νέων υπηρεσιών και την αποδοτικότητα των πόρων.
Παρότι έχουμε καταλήξει σε ένα βασικό μοντέλο λειτουργίας, συνεχίζουμε να αξιολογούμε νέες τεχνολογίες και προσεγγίσεις. Στην πράξη, λειτουργούμε με ένα δυναμικό hybrid μοντέλο που εξελίσσεται συνεχώς, επιτρέποντάς μας να παραμένουμε ευέλικτοι και ανταγωνιστικοί.
Με βάση την εμπειρία μας, το cloud οικοσύστημα κατευθύνεται προς μεγαλύτερη υιοθέτηση τεχνολογιών AI και περαιτέρω επέκταση των υποδομών. Ταυτόχρονα, λόγω του αυξανόμενου κόστους, αναμένεται εντατικότερη βελτιστοποίηση των πόρων. Οι μεγάλοι οργανισμοί θα συνεχίσουν να διατηρούν ισχυρό hybrid αποτύπωμα, συνδυάζοντας cloud και on-premises υποδομές.
Οι νέες τάσεις και επιλογές
Καταφεύγοντας πάλι στη διεθνή ειδησεογραφία, βρήκαμε προβλέψεις σύμφωνα με τις οποίες πάνω από το 80% των επιχειρήσεων παγκοσμίως θα μπουν φέτος στον χώρο του Multi Cloud. Επίσης, άλλοι ερευνητές δηλώνουν πως το 89% των οργανισμών χρησιμοποιεί ήδη πάνω από έναν παρόχους υπηρεσιών Cloud και οι περισσότεροι συνδυάζουν αυτή την επιλογή με υβριδικές λύσεις, κρατώντας on-premise τα ‘ακριβά’ δεδομένα τους. Κατά την εταιρεία ερευνών Gartner, όλα τα μεγέθη στον χώρο του Cloud σημείωσαν το 2025 διψήφια άνοδο έναντι του προηγούμενου χρόνου, υπογραμμίζοντας πως οι δαπάνες για υπηρεσίες public cloud έφτασαν πέρυσι παγκοσμίως στα 723,4 Β$ έναντι 595,7 Β$ του 2024.
Όσοι μελετούν και καταγράφουν τάσεις και ταχύτητες υλοποίησης αποδίδουν την ταχύτερη αύξηση της υιοθέτησης της αρχιτεκτονικής Multi Cloud από τις επιχειρήσεις στη διαφοροποίηση των στόχων και την παγκοσμιοποίηση, καταστάσεις οι οποίες σχεδόν απαιτούν βελτιστοποίηση λειτουργιών, απεξάρτηση από τον ένα και μοναδικό πάροχο και, επιπλέον, υποστήριξη εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης, οι οποίες βρίσκουν σιγά-σιγά τη θέση και τον ρόλο τους στην επιχειρηματική καθημερινότητα. Τόσο η ΤΝ, όσο και η Παραγωγική ΤΝ (GenAI) συμμετέχουν ολοένα περισσότερο στη διαμόρφωση στρατηγικής, όσον αφορά στις αναγκαίες υποδομές και το cloud, κι αυτό αναμένεται να γίνει σε ακόμα εντονότερα, όταν περάσουμε στην εποχή των κβαντικών τεχνολογιών, που ίσως να μην απέχει και τόσο πολύ χρονικά. Η επιλογή του Multi Cloud θα είναι πιθανότατα μονόδρομος, τότε, ενώ προς την ίδια κατεύθυνση θα κινηθεί και η αρχιτεκτονική του Hybrid.
Η Multi Cloud προσέγγιση υπόσχεται, επίσης, καλύτερες επιδόσεις σ’ όσες δομές βασίζονται σε μαζική χρήση αισθητήρων (βλέπε, ΙοΤ), με επεξεργασία στο άκρο (βλέπε Edge) και λύσεις συνδεσιμότητας μέσω 5G SA (Stand Alone ή 5,5G), τον προπομπό του 6G της επόμενης δεκαετίας. Οι ειδικοί προβλέπουν σημαντική δραστηριοποίηση σε εφαρμογές Edge-to-Cloud, σχετικά σύντομα, ενώ δεν αποκλείουν και αυξημένες ανάγκες για λύσεις σε τοπικό επίπεδο.
Τέλος, άλλοι παράγοντες που αναμένεται να επηρεάσουν τη μελλοντική ζήτηση, είναι η μετα-κβαντική κρυπτογραφία (Post-Quantum Cryptography) και οι πολιτικές μηδενικής ανοχής (zero-trust), που θα αναλάβουν σταδιακά την προστασία μας από τις ραγδαία αυξανόμενες κυβερνοεπιθέσεις, με την υποστήριξη ΤΝ.
Τι αλλάζει και πού
Για την Τεχνητή Νοημοσύνη, τα είπαμε – βασικό ζητούμενο θα είναι στο εξής υποδομές που θα καλύπτουν τις νέες ανάγκες, με έμφαση μάλιστα στην εκπαίδευση των LLMs. Θα αντιμετωπίσουμε αυξημένες ανάγκες στον χώρο της Μηχανικής Μάθησης (Machine Learning ή απλώς ML) για τις οποίες ίσως χρειαστεί ‘ειδική μεταχείριση’ από πλευράς επιλογής παρόχου. Μάλιστα, στην αγορά υπάρχουν παραδείγματα επιχειρήσεων που ‘σπάνε στα δυο’ τα μεγάλα φορτία, ώστε να μοιράσουν ώρες, κινδύνους και κόστη. Μια άλλη παράμετρος που, με τις τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία, είναι αναμφίβολα το θέμα της κυριαρχίας επί των δεδομένων.
Συχνά υπάρχουν ειδικές συνθήκες και υποχρεώσεις για διακίνησή τους μονάχα εντός της ΕΕ ή/και της ίδιας της χώρας, οπότε εκεί θα ταιριάξουν καλύτερα οι υβριδικές λύσεις. Στην αγορά υπάρχουν πλατφόρμες οι οποίες φροντίζουν τέτοιες συνέργειες και ‘επιβλέπουν’ τη σωστή λειτουργία τους, ενώ -με στόχο καλύτερες επιδόσεις, χωρίς πονοκεφάλους για τον τελικό χρήστη- υπάρχουν και ανάλογες εφαρμογές, για παρακολούθηση του οικονομικού σκέλους.
Στις κβαντικές τεχνολογίες, επίσης κάναμε αναφορά (μάλλον θα είναι απαραίτητος ο συνδυασμός τους με υβριδικές καταστάσεις), ενώ δεν μπορεί να υπολογιστεί ακόμα ο αντίκτυπος που θα έχει η αλματώδης αύξηση της δημοφιλίας των λύσεων Low-Code/No -Code. Επιχειρήσεις και οργανισμοί φαίνεται να τις προτιμούν έναντι των πολυπληθών ομάδων εσωτερικών ή απομακρυσμένων προγραμματιστών, καθώς η εξοικονόμηση χρόνου και χρήματος είναι ιδιαίτερα σημαντική. Λογικά, και η χρήση τέτοιων πλατφορμών ταιριάζει περισσότερο σε ένα Multi Cloud περιβάλλον.
Τέλος, σ’ ό,τι αφορά στους κλάδους όπου θα δούμε αλλαγές, με ισχυροποίηση των επιλογών Multi και Hybrid Cloud, εξέλιξη που κατά τους επαΐοντες είναι πλέον θέμα χρόνου, αυτοί είναι ο χρηματοπιστωτικός (συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλειών), ο ευρύτερος χώρος της Υγείας και της ευζωίας, η λιανική σε συνδυασμό πάντα με το ηλεκτρονικό εμπόριο, η βιομηχανία που μπαίνει ολοένα βαθύτερα στην εποχή του Industry 4.0, ο δημόσιος τομέας που συχνά προσπαθεί (όπως συμβαίνει και στη χώρα μας) να καλύψει με εντυπωσιακά τεχνολογικά άλματα ολιγωρίες πολλών δεκαετιών και, βέβαια, ο σχεδόν ενοποιημένος πια χώρος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και της Ψυχαγωγίας.

Προς την έξυπνη αυτοματοποίηση
Προχωράμε, λοιπόν, γοργά προς μια περίοδο έξυπνης αυτοματοποίησης – το οικοσύστημα του ‘υπολογιστικού νέφους’ περνάει σταδιακά στην επόμενη περίοδό του, όπου (AI-powered, βεβαίως) λογισμικό θα διαχειρίζεται το ‘μείγμα’ που έχει επιλεγεί, διασφαλίζοντας την ομαλή κατανομή εργασιών σε πραγματικό χρόνο, προβλέποντας τις εκάστοτε αυξημένες ανάγκες και ρυθμίζοντας αυτομάτως και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση (πλην της απλής εποπτείας, υποθέτουμε) την κατανομή εργασιών στους διαθέσιμους παρόχους. Κάτι ανάλογο ήδη γίνεται και στον χώρο της κυβερνοασφάλειας, ενώ το αμέσως επόμενο βήμα είναι η ανάλογη φροντίδα και σε θέματα βιωσιμότητας (βλέπε, sustainability), με στόχο τη βέλτιστη αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών σε συνδυασμό με τη μικρότερη δυνατή περιβαλλοντική επιβάρυνση.
Εν κατακλείδι…
Η εποχή μας δεν συγχωρεί δισταγμούς. Τουλάχιστον η μια από τις δυο διαθέσιμες αρχιτεκτονικές στον χώρο του cloud, αν όχι και οι δυο, θα πρέπει να αποτελέσουν στρατηγικό στόχο για τις σύγχρονες, ευέλικτες επιχειρήσεις και οργανισμούς, που καλό είναι να σταθμίσουν εγκαίρως τις ανάγκες και τις τεχνολογικές δυνατότητές τους, προχωρώντας σε γρήγορες υλοποιήσεις. Η ‘ζυγισμένη ισορροπία’ και η αρμονική συνύπαρξη που λέγαμε στην εισαγωγή αυτού του Special Report δεν είναι κάτι εύκολο, αλλά ούτε και υπερβολικά δύσκολο. Θέλει προσεκτική σχεδίαση, πρόγραμμα, φυσικά κάποιους πόρους και αποφασιστικότητα στην υλοποίηση, με ιδιαίτερη προσοχή στην ασφάλεια και τη διαλειτουργικότητα. Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, το Multi Cloud προσφέρει ανεξαρτησία από τον ‘ένα και μοναδικό’ πάροχο, διευρυμένες δυνατότητες για παγκόσμιες επιδόσεις και λειτουργία που ανακατανέμεται με σχετική ευκολία. Το Hybrid Cloud, πάλι, προσφέρει περισσότερη ασφάλεια, καλύτερη συμμόρφωση και λύσεις για μεγαλύτερη προστασία ειδικά των ευαίσθητων δεδομένων. Ο συνδυασμός τους σε μια κοινή στρατηγική, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να πολλαπλασιάσει τα πλεονεκτήματα και τα οφέλη.
