Ο Γιώργος Στεφανόπουλος, ένας άνθρωπος που γνωρίζει σε βάθος και πλάτος τον χώρο των ασύρματων επικοινωνιών και όχι μόνο, χρημάτισε επί πολλά χρόνια Γενικός Διευθυντής της Ένωσης Εταιρειών Κινητής Τηλεφωνίας, εκπροσωπώντας με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα αυτού του καίριου για την ανάπτυξη της χώρας, την εθνική οικονομία, αλλά και την καθημερινότητα όλων μας, κλάδου. Η θητεία του ολοκληρώθηκε τούτες τις ημέρες και το netweek του ζήτησε να κάνει τόσο μια αναδρομή στην πορεία του και τις αλλαγές που έζησε ’από πρώτο χέρι’, όσο και μια πρόβλεψη για τις προκλήσεις και τις προοπτικές που αντιμετωπίζουν σήμερα η Ελλάδα και η Ευρώπη.
Θητεύοντας, τα τελευταία 30+ χρόνια, σε διαφορετικές θέσεις σε επίπεδο εταιρείας ή ένωσης, έχετε δει και ζήσει σχεδόν τα πάντα στον χώρο των ασύρματων επικοινωνιών. Τι σας έχει εντυπωθεί περισσότερο και -συγκρίνοντας το τότε με το τώρα- ποια θεωρείτε ότι είναι τα σημαντικότερα σημεία καμπής που άλλαξαν τους κανόνες του παιχνιδιού;
Έχοντας ζήσει τον κλάδο της κινητής τηλεφωνίας σχεδόν από την απαρχή του, αυτό που ξεχωρίζει περισσότερο είναι η ταχύτητα της αλλαγής και της μετάβασης σε νέες τεχνολογικές καινοτομίες, όπως οι ασύρματες επικοινωνίες και η ψηφιοποίηση. Σε τρεις και πλέον δεκαετίες, περάσαμε από το ψηφιακό πρότυπο GSM 2G κινητής τηλεφωνίας, τα SMS και τις υπηρεσίες φωνής στην έκρηξη των δεδομένων με το 3G και το 4G, και στη συνέχεια στο 5G, που μετατρέπει πλέον τα ψηφιακά δίκτυα σε κρίσιμη εθνική υποδομή με άμεση θετική και πολλαπλή επίδραση στην εμπειρία των χρηστών.
Η Ευρώπη υπήρξε πρωτοπόρος με το GSM, όμως σήμερα βρίσκεται σε φάση άμυνας και ανασυγκρότησης. Μέσα από επενδύσεις σε δίκτυα 5G και οπτικές ίνες, επιδιώκει να χτίσει το δικό της ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην ψηφιακή οικονομία, με κοινούς κανόνες και ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο. Παράλληλα, ζητούμενο παραμένει η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις τεχνολογικές υποδομές, παρά το αδιαμφισβήτητο, επιδραστικό αποτύπωμα στη συνολική αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των πολιτών, με ακόμα περισσότερη ασφάλεια.
Πού οδεύουμε, πλέον; Ποιες είναι οι μεγάλες προκλήσεις που δεν έχουν ακόμα απαντηθεί;
Η κυβερνοασφάλεια, το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις τηλεπικοινωνίες και οι τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν καθοριστικά τις στρατηγικές επιλογές της Ευρώπης. Αυτό που αναζητά η Ευρώπη σήμερα είναι ένα νέο σημείο ισορροπίας στον ψηφιακό κόσμο, με ολοκληρωμένη προσέγγιση σε όλη την αλυσίδα αξίας και τις ψηφιακές υποδομές σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ψηφιακή ατζέντα του 2030 είναι απαραίτητη μεν ως υποδομή, ωστόσο δεν αρκεί από μόνη της.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, η κυριαρχία στα δεδομένα (data sovereignty) αποτελεί κρίσιμο γεωπολιτικό ζήτημα. Δεν είναι απλώς τεχνοκρατικό θέμα, αλλά αφορά άμεσα τη δημοκρατία, τα δικαιώματα των πολιτών, την ασφάλεια, την εμπιστοσύνη και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει την ψηφιακή της αυτονομία, ώστε να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά τους παγκόσμιους παίκτες διασφαλίζοντας -εκτός από την ανταγωνιστικότητά της- τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών και την προστασία των προσωπικών δεδομένων τους. Παράλληλα, αναπτύσσεται ευρωπαϊκά μια σοβαρή συζήτηση γύρω από την ανάγκη υιοθέτησης της αρχής «Buy European First», με στόχο την προτεραιοποίηση ευρωπαϊκών τεχνολογιών και προμηθευτών στις στρατηγικής σημασίας ψηφιακές υποδομές και επενδύσεις.
Αυτό που αναμένουμε τα επόμενα χρόνια είναι η σταδιακή μετάβαση σε ευρωπαϊκές υποδομές και παρόχους σε όλο το φάσμα της πληροφορικής με στόχο τη μεταφορά των χρηστών σε ευρωπαϊκά οικοσυστήματα για υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, τεχνητής νοημοσύνης και κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και για εργαλεία καθημερινής επικοινωνίας, όπως η ηλεκτρονική αλληλογραφία και οι τηλεδιασκέψεις.
Στόχος είναι η σταδιακή απεξάρτηση της ευρωπαϊκής αλυσίδας αξίας και η απεξάρτηση από παγκόσμιους παρόχους.
Οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας έχουν επεκτείνει / διευρύνει τις δραστηριότητές τους σε ό,τι περπατάει, πετάει ή κολυμπάει… θα ήθελα ένα σχόλιο επ’ αυτού. Γιατί το κάνουν και πού θα φτάσουν;
Οι πάροχοι κινητών επικοινωνιών επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους, καθώς η συνδεσιμότητα αποτελεί τη βάση κάθε ψηφιακής υπηρεσίας. Οι νέες δυνατότητες των δικτύων, σε συνδυασμό με τις δορυφορικές επικοινωνίες, επιτρέπουν αδειάλειπτη επικοινωνία, καθολική κάλυψη και την άμβλυνση του κενού, τόσο σε γεωγραφικό όσο και πληθυσμιακό επίπεδο. Σε συνδυασμό με την ενσωμάτωση προηγμένων τεχνολογικών καινοτομιών -όπως οι τεχνολογίες αισθητήρων (sensing technologies) και άλλων ώριμων λύσεων- μπορεί να επιτευχθεί ουσιαστικό άλμα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι σύγχρονες προκλήσεις σε όλους τους τομείς, όπως η υγεία, η εκπαίδευση, η διαχείρισης των πόλεων κ.ά.
Κάθε συσκευή, κινητή ή σταθερή, πρέπει πλέον να είναι συνδεδεμένη και διαδραστική, ώστε να υποστηρίζει τη διαδικασία ψηφιοποίησης που διαπερνά όλους τους κλάδους της οικονομίας, από την αγροτική παραγωγή έως τις υπηρεσίες.
Από το 2026, μιλάμε πλέον για ουσιαστική ποιοτική διαφορά που δεν υπήρχε ποτέ στο παρελθόν σε σχέση με τα δίκτυα. Υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών με εγγυημένη ποιότητα, σχεδιασμένες για βιομηχανικές και εμπορικές εφαρμογές, όπως ιδιωτικά δίκτυα για αεροδρόμια, σιδηροδρομικά δίκτυα, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, εφοδιαστικές αλυσίδες και οριζόντιες αγορές όπως το gaming, ενισχύουν το ρόλο των αλυσίδων αξίας και συμβάλλουν στη βελτίωση της εμπειρίας των χρηστών.
Η Ευρώπη έχει πάθει πλέον -και όχι αδίκως, με όσα συμβαίνουν υπερατλαντικά και εσχάτως στη ‘γειτονιά’ μας- «ψύχωση» με το θέμα της κυριαρχίας των δεδομένων. Τι μέλλει γενέσθαι μ’ αυτό το ζήτημα; Πόσο δύσκολη είναι η ψηφιακή ανεξαρτησία;
Η κυριαρχία στα δεδομένα συνδέεται άμεσα με τα δημοκρατικά δικαιώματα και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διαδικασίες που δρομολογούνται σήμερα στην Ευρώπη είναι βαθιά ‘δεμένες’ με τις τεχνολογικές υποδομές και διαφοροποιούν τη στρατηγική της από άλλες στρατηγικές, παγκοσμίως. Σήμερα, ένα μέρος της παγκόσμιας ψηφιακής αγοράς διαμορφώνεται από πολιτικά συστήματα και νέες γεωπολιτικές στρατηγικές που δεν είναι συμβατά με τις ευρωπαϊκές αξίες. Σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα της διαχείρισης των δεδομένων σχετίζεται άμεσα με βαθιά επιστημονικά, πολιτισμικά και θεσμικά ζητήματα, καθώς παρατηρούμε- ολοένα και πιο έντονα- προσπάθειες να «ξαναγραφτεί» η ιστορία και να διαμορφωθούν πολιτικές και πολιτιστικές προτιμήσεις, μέσα από ψηφιακά εργαλεία που καλλιεργούν τον εθισμό και διευκολύνουν τη μαζική και επιτηδευμένη παραπληροφόρηση.
Αφενός, οι ψηφιακές υποδομές των παρόχων συνιστούν κρίσιμη υποδομή για την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και την αξιοπιστία τόσο της ευρωπαϊκής, όσο και της εθνικής ψηφιακής αρχιτεκτονικής. Αφετέρου, η Ευρώπη -και κατ’ επέκταση η χώρα μας- οφείλει να επιταχύνει έναν ριζικό μετασχηματισμό, από τον κατακερματισμό των εθνικών αγορών προς τη διαμόρφωση μιας πραγματικά ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς υποδομών, υπολογιστικού νέφους και ψηφιακών υπηρεσιών. Εφόσον καταφέρει να πετύχει τη σύνθετη αυτή ισορροπία, η Ευρώπη μπορεί να αναδειχθεί σε ξεχωριστό σημείο αναφοράς για την παγκόσμια κοινότητα.
Με ανακοινωμένη επισήμως την απόφασή σας για αποχώρηση από την ΕΕΚΤ, τι σκέφτεστε να κάνετε μετά την απαραίτητη μικρή περίοδο ξεκούρασης και ‘αποτοξίνωσης’;
Η επόμενη μέρα δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί με συγκεκριμένο σχέδιο ή ρόλο. Με προσμονή για αυτά που θα έρθουν, η περίοδος ανάπαυλας είναι απαραίτητη, όχι ως παύση, αλλά ως ευκαιρία για ουσιαστικό αναστοχασμό: για όσα πετύχαμε, για τις προκλήσεις που αντιμετωπίσαμε και για όσα μπορούν να γίνουν ακόμη καλύτερα στο μέλλον.